Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Ιδεολογική ακαμψία και «ελεύθερη αγορά»



Σε πρόσφατο τεύχος του Spectator δημοσιεύτηκε κύριο άρθρο με τίτλο «Γιατί το 2012 ήταν η καλύτερη χρονιά απ’ όλες». Να τι έγραφε, αρχίζοντας: «Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά το 2012 ήταν η καλύτερη χρονιά στην ιστορία του κόσμου... Ποτέ δεν υπήρξε λιγότερη πείνα και αρρώστιες ή περισσότερη ευημερία. Η Δύση παραμένει σε οικονομική κατάθλιψη, αλλά οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες προοδεύουν και οι λαοί βγαίνουν από τη φτώχεια με μεγάλη ταχύτητα...».

Η ίδια ιδέα έχει αναπτυχθεί συστηματικά σε κάμποσα βιβλία, από το «Rational Optimist» του Ματ Ρίντλεϊ μέχρι το «The Better Angels of Our Nature» του Στίβεν Πίνκερ. Υπάρχει επίσης μια πιο ρεαλιστική εκδοχή που συχνά ακούγεται: Κρίση, ποια κρίση; Κοιτάξτε τις χώρες BRIC –Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα– ή την Πολωνία, τη Ν. Κορέα, ακόμα και αφρικανικές χώρες· όλες προοδεύουν. Χαμένη είναι η δυτική Ευρώπη και, ώς ένα βαθμό, οι ΗΠΑ, επομένως δεν έχουμε να κάνουμε με παγκόσμια κρίση, αλλά απλώς με τη μετατόπιση της προόδου μακριά από τη Δύση. Η περιγραφή της κρίσης ως παγκόσμιου φαινομένου είναι τυπικά ευρωκεντρική άποψη, προερχόμενη από αριστερούς που συνήθως τονίζουν τον αντι-ευρωκεντρισμό τους.



Προκύπτει όμως το εξής ερώτημα: αν μόνο η Ευρώπη είναι σε προϊούσα παρακμή, ποιος αντικαθιστά την ηγεμονία της; Η απάντηση είναι: «Ο καπιταλισμός με ασιατικές αξίες» – κάτι βέβαια που δεν έχει καμιά σχέση με τους ασιατικούς λαούς, αλλά σίγουρα με την τάση του σύγχρονου καπιταλισμού να περιορίσει ή και να καταργήσει τη δημοκρατία.

Ολοι οι ριζοσπάστες στοχαστές, από τον Μαρξ μέχρι τους ευφυείς συντηρητικούς, εστίασαν με εμμονή στο ερώτημα: ποιο είναι το τίμημα της προόδου; Ο Μαρξ ήταν γοητευμένος με τον καπιταλισμό, με την απίστευτη παραγωγικότητα που απελευθέρωνε· επέμενε όμως ότι η επιτυχία αυτή εγκυμονεί ανταγωνισμούς. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε σήμερα: να μην αγνοούμε τη σκοτεινή όψη του παγκόσμιου καπιταλισμού, που εγκυμονεί εξεγέρσεις.

Οι άνθρωποι εξεγείρονται όχι όταν τα πράγματα είναι πολύ άσχημα, αλλά όταν οι προσδοκίες τους διαψεύδονται. Η αντικομμουνιστική εξέγερση του 1956 στην Ουγγαρία ξέσπασε όταν ο Ιμρε Νάγκι ήταν ήδη δύο χρόνια στην εξουσία και υπήρχε (σχετική) ελευθερία. Στην Αίγυπτο εξεγέρθηκαν το 2011, γιατί υπήρξε κάποια οικονομική πρόοδος επί Μουμπάρακ, που βοήθησε ν’ αναδυθεί ένα μεγάλο σύνολο μορφωμένων νέων με συμμετοχή στην παγκόσμια ψηφιακή κουλτούρα.

Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που σωστά πανικοβάλλονται οι Κινέζοι κομμουνιστές ηγέτες: σε γενικές γραμμές, ο κόσμος ζει καλύτερα σήμερα απ’ ό,τι πριν από 40 χρόνια και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί (ανάμεσα στους νεόπλουτους και τους υπόλοιπους) γίνονται εκρηκτικοί. Η πρόοδος είναι πάντα άνιση, γεννά νέες αστάθειες και νέες προσδοκίες, που δύσκολα μπορούν να ικανοποιηθούν.

Υπάρχει μια ιστορία για τον αριστερό κεϊνσιανό οικονομολόγο Τζον Γκαλμπρέιθ: πριν από ένα ταξίδι στη Σοβ. Ενωση στα τέλη της δεκαετίας του ’50, έγραψε στον αντικομμουνιστή φίλο του Σίντνεϊ Χουκ: «Μη στενοχωριέσαι, δεν πρόκειται να γοητευτώ από τους Σοβιετικούς και να επιστρέψω ισχυριζόμενος ότι έχουν σοσιαλισμό!». Ο Χουκ τού απάντησε αμέσως: «Μα αυτό είναι που με ανησυχεί – ότι θα γυρίσεις και θα πεις ότι η ΕΣΣΔ δεν είναι σοσιαλιστική!». Εκείνο που φοβόταν ο Χουκ ήταν η αφελής υπεράσπιση της καθαρότητας της ιδέας: αν τα πράγματα δεν πάνε καλά με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αυτό απλώς σημαίνει ότι δεν εφαρμόζεται σωστά. Δεν παρατηρείται μήπως η ίδια αφέλεια στους σημερινούς φονταμενταλιστές της αγοράς;

Οταν στη διάρκεια μιας τηλεοπτικής συζήτησης, ο Γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Γκι Σορμάν ισχυρίστηκε ότι δημοκρατία και καπιταλισμός πάνε αναγκαστικά μαζί, δεν μπόρεσα να μην τον ρωτήσω: «Και η Κίνα;». «Στην Κίνα δεν υπάρχει καπιταλισμός!» απάντησε απότομα. Για τον φανατικό φιλοκαπιταλιστή Σορμάν, αν μια χώρα δεν είναι δημοκρατική, δεν είναι πραγματικά καπιταλιστική.

Ετσι εξηγούν σήμερα οι απολογητές της αγοράς την κρίση του 2008. Δεν την προκάλεσε η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς, αλλά η υπερβολική κρατική παρέμβαση, η διόγκωση του κράτους πρόνοιας. Οταν δεν παραδεχόμαστε τις αποτυχίες του καπιταλισμού της αγοράς, καταλήγουμε σε έναν «προοδευτισμό» που βλέπει ως λύση μια πιο «αυθεντική» εφαρμογή της ιδέας, και προσπαθεί έτσι να σβήσει την πυρκαγιά ρίχνοντας και άλλο λάδι στη φωτιά.


Tου Slavoj Zizek / The Guardian

Ο κ. Slavoj Zizek είναι συγγραφέας και διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου