Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Από το Γλωσσικό στην αγλωσσία

«Οι συγγραφείς μας και οι ποιητές μας δεν είχαν ποτέ γλωσσικό πρόβλημα. Γι’ αυτούς η γλώσσα ήταν μία, η γλώσσα της δημιουργίας τους...»


του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Φ​​ίλος μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση μού επισήμανε τις συνέπειες της αγλωσσίας στη διδασκαλία των θετικών επιστημών. Μου είπε πως ακόμη και οι μαθητές που έχουν ευχέρεια στην εφαρμογή των απαραίτητων για τη λύση των προβλημάτων τύπων αδυνατούν να εξηγήσουν τη μέθοδο που ακολουθούν. Εχουν τις γνώσεις, έχουν την ευφυΐα, πλην όμως τους λείπει η σκέψη, επειδή τους λείπει η γλώσσα που θα μπορούσε να τη διαμορφώσει. Ο φίλος μου είναι γυμνασιάρχης σε ένα εξαιρετικό σχολείο και εμπιστεύομαι την κρίση του. Παπαγαλία, λοιπόν, τρόπον τινά και στα μαθηματικά.

Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αναδεικνύει τους συγγενικούς δεσμούς του μεγαλύτερου καρκινώματος του εκπαιδευτικού μας συστήματος, της παπαγαλίας, με την αγλωσσία. Διότι, όταν ο μαθητής μαθαίνει από στήθους τη σελίδα 235 του κακογραμμένου βιβλίου της Ιστορίας, επειδή χρησιμοποιεί λέξεις της ελληνικής κρύβει το πραγματικό πρόβλημα. Οτι δηλαδή, με τη συνενοχή του διδάσκοντος, αποδέχεται την αδυναμία του να μεταφράσει σε δική του σκέψη, και με δικές του λέξεις, αυτό που διάβασε. Το ίδιο ισχύει και στην έκθεση ιδεών. Αν ακολουθήσει τις οδηγίες χρήσεως, αυτές που αντιστοιχούν στις εξίσου στερεότυπες ιδέες, τότε θεωρείται ότι «γράφει καλά», άρα χειρίζεται καλά τη γλώσσα του.


Ξέρω καλά πως όσοι διδάσκουν τα λεγόμενα φιλολογικά μαθήματα έχουν προ πολλού αποδεχθεί την ήττα τους. Η ανυπαρξία σχέσης με τη λεγόμενη αγορά εργασίας έχει μετατρέψει τη διδασκαλία της λογοτεχνίας και των κλασικών γραμμάτων σε αγγαρεία. Στο σημερινό λύκειο ο φιλόλογος μπορεί να απειλεί με κακό βαθμό, όμως δεν έχει την αίγλη του μαθηματικού, όποιου διδάσκει ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή ακόμη και του γυμναστή. Σε παλαιότερους καιρούς στη λεγόμενη Φιλοσοφική Σχολή –φιλολογική στην πραγματικότητα– εγγράφονταν όσοι κατά τεκμήριο αγαπούσαν το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Με το σημερινό σύστημα, το πιθανότερο είναι να καταλήξεις να αποκρυπτογραφείς τον Πλάτωνα «από σπόντα», επειδή δεν είχες αρκετά μόρια για να γίνεις κάτι άλλο. Τη βαρεμάρα τους τη μεταφέρουν στη σχολική τάξη και το σύστημα αναπαράγεται μια χαρά: πόσες φορές δεν έχω ακούσει πανεπιστημιακούς καθηγητές να παραπονιούνται ότι οι φοιτητές τους δεν ξέρουν ούτε να μιλούν ούτε να γράφουν. Κοινώς, τους λείπει το εργαλείο της σκέψης.


Δεν πρόκειται για την αδυναμία ορθής χρήσης της ελληνικής. Το φαινόμενο λέγεται αγλωσσία.

Πριν από το επικό καλοκαίρι που μας πέρασε, με το δημοψήφισμα, τις εκλογές και την πλημμύρα των προσφύγων και των μεταναστών, είχα γράψει μια σειρά από σημειώματα στα οποία υποστήριζα ότι για την κατάντια μας ευθύνεται η κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης. Πέρα από την «ομαλότητα του ύφους», όπως λέει και ο Ροΐδης, η οποία στάθηκε ικανή να αφομοιώσει αφηρημένες έννοιες, πέρα από τις δυνατότητες πρόσβασης στην ιστορική μνήμη της ελληνικής και την εξοικείωση με την κλασική γραμματεία, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκε σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος όγκος της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, από τον Παπαρρηγόπουλο ώς τον Εμπειρίκο. Οι αντιδράσεις των αναγνωστών, θετικές ως επί το πλείστον, ήσαν εντυπωσιακές. Κυρίως επειδή απέδειξαν πως πολλούς συμπατριώτες μας απασχολεί το ζήτημα. Πολλούς, όχι όμως και τους καθ’ ύλην αρμοδίους, το υπερήφανο, αδέσμευτο, ανεξάρτητο και ηρωικό υπουργείο Παιδείας.

Να θυμίσω απλώς ότι ο κ. Κουράκης, ο γνωστός λυρικός υμνητής των γεννητικών του οργάνων, πριν ολοκληρώσει την καταστροφική του θητεία κατήργησε τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στις τελευταίες τάξεις του λυκείου. Και να επισημάνω ότι στην ιστοσελίδα του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία υπάρχει θεματικό κεφάλαιο για τη Βουλή των Εφήβων –δημοφιλή επιθεώρηση όπου οι έφηβοι μιμούνται τις αγορεύσεις Τσίπρα και Κωνσταντοπούλου–, όμως δεν υπάρχει θεματικό κεφάλαιο για τη λογοτεχνία. Ενδεχομένως οι σοφοί να θεωρούν πως ο Βιζυηνός αποτελεί κι αυτός μονάδα του Εθνόμετρου που θέλουν να καταργήσουν. Θα μου πείτε, τους ακούς να μιλούν ή διαβάζεις τα γραπτά τους και αντιλαμβάνεσαι πόσο αυτό το «επί ιδιαζούση αγροικία», για το οποίο κατηγορούσε ο Ροΐδης τους βουλευτές του καιρού του, δεν είναι σημερινό πρόβλημα. Πώς να αντιληφθεί κάποιος ο οποίος είναι αγράμματος λογοτεχνικά την αξία της λογοτεχνίας για τη διάπλαση του γλωσσικού αισθητηρίου; Θεωρεί πως φτάνουν οι πέντε γραμματοσυντακτικοί κανόνες που θα παπαγαλίσει ο μαθητής. Και πολύ του πάει.

Πώς από το περίφημο «γλωσσικό» που καταταλαιπώρησε γενιές Ελλήνων φτάσαμε στη σημερινή «αγλωσσία»; Επειδή πολιτικοποιήθηκε και επειδή παραδόθηκε στα χέρια των φιλολόγων. Οι συγγραφείς μας και οι ποιητές μας δεν είχαν ποτέ γλωσσικό πρόβλημα. Γι’ αυτούς η γλώσσα ήταν μία, η γλώσσα της δημιουργίας τους. Αν τους είχαμε ακούσει, αν τους είχαμε διαβάσει, αν τους είχαμε πάρει στα σοβαρά.

Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας, υπαρξιακή και όχι μόνον οικονομική, χρωστάει πολλά στις ιδεοληψίες που καταδυναστεύουν τον δημόσιο διάλογο. Μήπως ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε πόσα χρωστούν αυτές οι ιδεοληψίες στην αγλωσσία; Οταν η λέξη «Ευρώπη» είναι μια λέξη χωρίς συμφραζόμενα σκέψης, ένα νεκρό κύτταρο, όπως η λέξη «ανάπτυξη», τότε είναι πολύ φυσικό να πέφτουν στο κενό. Πόσα χρωστάει στην αγλωσσία μας ο τρόμος που προκαλεί η λέξη «αξιολόγηση»; Και πόσα χρωστάει στην αγλωσσία μας η μετατροπή οποιασδήποτε ιδέας σε σύνθημα;

«Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία»; Μην ανησυχείτε. Πέρα από τα ευτράπελα που έγιναν στην πρώτη συνάντηση με τους γνωστούς ταραξίες, δεν πρόκειται να γίνει απολύτως τίποτε. Θα αλλάξουν μερικά βιβλία, θα αλλάξουν τον τρόπο των εξετάσεων, και κάπου εκεί, χαμένο κάπου από τις τηγανητές πατάτες μπορεί να βρουν και το φιλέτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου