Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου

Βαγγέλης Σταυρόπουλος
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ. 
Γ. Ακροπολίτης

Κατά τον Ματθαίο, η εξιστόρηση της επιγείου παρουσίας του Χριστού, άρχεται με την περιγραφή μίας πρωτοφανούς κι αδιστάκτου σφαγής: ο βασιλεύς Ηρώδης διατάζει την εκτέλεση όλων των παίδων των ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω (Μτθ. 2,16). Θύματα αθώα, της δαιμονιώδους εμμονής του, πως η πρωτοφανής θέα ενός ουράνιου σώματος, σήμαινε την γέννηση του νέου Βασιλέως των Ιουδαίων, συνεπώς και το τέλος της δικής του αρχής. Ο Ευαγγελιστής συμπληρώνει ωστόσο, πως ετούτη τη ταραχή, δε τη γεύτηκε μονάχα ο Ηρώδης, αλλά και πᾶσα ῾Ιεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται (Μτθ. 2, 3-4). Αδυνατώντας ωστόσο να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες, διατάζει προληπτικά την εκτέλεση των Νηπίων, σε μία ύστατη, απέλπιδα και γι’ αυτό εξαιρετικά βίαιη προσπάθεια, αποτροπής της αναρρήσεως στον θρόνο του, μίας άλλης πολιτικής προσωπικότητας, που θα συγκρουόταν με τα κλειστά συμφέροντά του, υπονομεύοντας τα δικαιώματά του στην εξουσία (Μτθ. 2, 16- 18). 

Ο επίγειος βίος του Χριστού, τελειώνει όπως αρχίζει: με μία εκτέλεση. Το αίμα των Νηπίων, μιλά το δικό του αίμα, κι ο ίδιος, ήδη νεογέννητο βρέφος, φασκιωμένος μες το ταπεινό σπήλαιο, γίνεται προτύπωση του δικού του, προσωπικού τέλους. Και τα δύο αυτά γεγονότα, συνδέονται μεταξύ τους από το γεγονός της λήψεως αποφάσεων εκ μέρους των πολιτικών αρχόντων της εποχής. Ανάμεσα σε τούτα τα ιστορικά σημεία, ο Χριστός βρίσκεται να περιπλανιέται στην έρημο και τα περίχωρα της Ιουδαίας, συναναστρεφόμενος, με κάθε λογής ανθρώπους. Κατά κάποιο τρόπο, η στάση του είναι εξαιρετικά αντιαστική, καθώς το διδασκαλικό του έργο, σχεδόν όλο, λαμβάνει χώρα στα περίχωρα της Ιουδαίας. Όταν βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα, συνήθως λογοφέρνει με το κατεστημένο ιουδαϊκό ιερατείο. Στον βυθό του ελέους του κατεβαίνουν οι απόκληροι, οι πονεμένοι, οι φιλότιμοι. Οι ίδιος, δηλώνει πλήρως αποξενωμένος από την συνθήκη ακόμα και των πλέον απαραίτητων: αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (Μτθ, 8, 20). Έτσι κι αλλιώς, η νηστεία κι ο αγώνας στην έρημο, θα σφραγιστεί με την άρνηση του στο δεύτερο πειρασμό του Σατανά: ποτέ η Εκκλησία δε θα’ ναι εξουσία, μονάχα πορεία και συνάντηση. Όταν η Εκκλησία γίνεται όρος εξουσιαστικός, παύει να είναι Εκκλησία. Μονάχα αρνούμενη την εξουσία, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο. Κι έτσι, καταφρονημένος κι αυτός, ο Χριστός, ανασταίνει τον κόσμο παθαίνοντας έξω της πύλης (Εβρ. 13, 12), που θα πει γυρνώντας την πλάτη στα βασίλεια του κόσμου, στα είδωλα των Εθνών και στην δόξα αυτών (Μτθ. 4,8), χάριν μιας γενναίας απροσωποληψίας. Η παρηγοριά του είναι οι ελάχιστοι και οι μωροί : πεινασμένος με τους νηστικούς, διψασμένος με τους διψασμένους, πιο ξένος απ’ τους ξένους, γυμνός με τους γυμνούς, ασθενής με τους αναγκαιμένους, έγκλειστος με τους έγκλειστους. Κι αφού η δύναμη τελειούται εν ασθενεία, είναι συνάμα, Θεός Ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων Ειρήνης, Άγγελος Μεγάλης Βουλής.

Είναι σημαντικό, πως οι Πατέρες της Β’ Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 381) προχώρησαν στην προσθήκη μίας προτάσεως, στο παραληφθέν από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως (Νίκαια, 325). Η πρόταση αυτή αφορά στην μνημόνευση του Ποντίου Πιλάτου, του ανθρώπου που έδωσε ουσιαστικά την εντολή της εκτελέσεως του Χριστού: Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Σύμφωνα με τις κλασσικές εκδόσεις σχολιασμού των Συμβολικών κειμένων, η προσθήκη αυτή, σκόπευε α. στην ρητή περιγραφή των ιστορικών συνθηκών, αποτρέποντας κάθε δοκητικού χαρακτήρα απόπειρα ερμηνείας του Πάθους του Χριστού, β. στην σαφή διακήρυξη- απευθυνόμενη κυρίως στους Απολλιναριστές- πως με την Ενσάρκωσή του ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε ακρωτηριασμένη, αλλά τέλεια ανθρώπινη φύση και γ. στην εξάλειψη της συγχύσεως γύρω από την διάκριση των υποστατικών ιδιωμάτων, που επέφεραν διδασκαλίες, όπως αυτή των Δυναμικών και των Τροπικών Μοναρχιανών. Συνδέοντας λοιπόν τον Λόγο με το βίωμα, καταφέρνουν οι Πατέρες, να δείξουν την Ενσάρκωση ως το εξαίρετο γεγονός στην Ιστορία της Σωτηρίας, που συντελείται εν χρόνω, παραμερίζοντας κάθε πιθανή έκφραση Χριστολογικού ιδεαλισμού, σύμφωνα και με την προσφιλή διατύπωση του Karl Barth. Η αναφορά ωστόσο στο όνομα του Πιλάτου μαρτυρά ένα πολυπλοκότερο πεδίο συμφραζόμενων.

Ο Ιωάννης Καλβίνος στην Κατήχηση της Εκκλησίας της Γενεύης περί τα 1542 εντόπισε ένα από αυτά, εσωκλείοντάς το στην εξής ερώτηση: ‘’Ποιος να είναι άραγε ο λόγος για τον οποίο το Σύμβολο της Πίστεως, περνά αμέσως από το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού στα σχετικά με το Πάθος του, παραλείποντας οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση αναφορά στον βίο του;’’ Για να πάρουμε την απάντηση, πως ‘’ετούτο συμβαίνει για να υπογραμμιστεί με τον πλέον ουσιαστικό τρόπο η λύτρωση του ανθρωπίνου γένους’’ ή επί το προτεσταντικά δικανικότερο, η εξαγορά μας.

Η απάντηση αυτή γέμισε αμηχανία τους Προτεστάντες, αφού φαινόταν να μην απαντά με σαφήνεια στο ερώτημα, αν κρίνουμε τουλάχιστον απ΄το γεγονός, πως οι Καλβινιστές επιχείρησαν μία νέα ερμηνεία, στην Κατήχηση της Χα΄ι΄λδεβέργης περί τα 1563. Ρωτούν λοιπόν: ‘’τι ακριβώς εννοούμε με την λέξη παθόντα;’’ Η απάντηση: ‘’ εννοούμε πως καθ’ όλη τη διάρκεια του επιγείου του βίου, αλλά κυρίως κατά το τέλος της ζωής του, έφερε στο σώμα του αλλά και στην ψυχή του τα σημάδια και το βάρος της οργής του Θεού, απέναντι στις αμαρτίες ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους. (…) δια των παθημάτων του και κυρίως δια της μοναδικής του εξιλαστηρίου θυσίας ( βλέπε και ως καθαρτηρίου), απελευθέρωσε τα σώματα και τις ψυχές μας, από την αιώνια καταδίκη, εξαγοράζοντας για μας τη χάρη του Θεού, τη Δικαιοσύνη και την αιώνιο ζωή’’. 

Αν εκλάβουμε απολύτως σοβαρά και πλέρια τις αποφάνσεις των Καλβινιστών, θα αντικρύσουμε έναν Πιλάτο ορθωμένο στα μεταίχμια της ύπαρξης, καθώς στο πρόσωπό του συγκεφαλαιώνεται όλη η τραγωδία της ανθρώπινης πτωτικότητας: είναι αυτός που στέλνει τον Χριστό στο μαρτύριο, αυτός που διατάζει τον θάνατο του Θεού. Είναι κατά κάποιο τρόπο, ο απόλυτος τιμητής της ενοχής ή της αθωότητας, το μεθόριο μεταξύ του Παλαιού και του Νέου, η κατάφαση στο Νόμο ή στο πλήρωμα του Νόμου, η απόλυτη ενσάρκωση της θεολογίας του προορισμού. Μέσα σε αυτή τη κλεισούρα, ο άνθρωπος δεν είναι παρά τιμητής των προθέσεων της Οικονομίας του Θεού, κι ο Θεός ένας σκληρός παζαρευτής της άφεσης των οφλημάτων. Όσο πιο γάργαρο το αίμα, τόσο πιο ζωντανή κι η χάρη.

Σε αυτούς τους δύο- διπλά αρνητικούς- πόλους η χριστιανική Δύση χρωστά την ίδρυση και κατόπιν την θεσμοθέτηση της Πολιτειολογίας της, της οποίας βεβαίως τα όρια και πάλι ο Καλβίνος αφήνει αδιευκρίνιστα. Απ’ τη μια βεβαιώνοντάς μας πως spiritual Christi regnum et civilem ordinationem res esse plurimum se positas, αφήνοντας ωστόσο στα σκιερά την θεία ordinatio της publica Christiana. Η απόσταση μεταξύ των δύο, γεννά ένα ιδιαιτέρως συγκρουσιακό σχεσιακό μέγεθος ανάμεσα στη Πολιτεία  και στην Εκκλησία, που στην ουσία του ορίζεται από αυτή και μόνο την απόφαση του Πιλάτου, παρά τις σχετικές περί του αντιθέτου προσπάθειες του Αποστόλου Παύλου. Αυτομάτως, η κρίση και η απόφαση του Πιλάτου περιέγραψε τις κοσμικές δυνάμεις, ως τις κατ’ εξοχήν δαιμονικές. Οι σκληροί διωγμοί κατά των πρώτων Χριστιανών, δεν απετέλεσαν παρά μία συνεχή βιαιότατη υπόμνηση της αρνησιθεΐας των υπηρετών του άρχοντος του αιώνος τούτου, οι δε Ρωμαίοι εξουσιαστές, ένσαρκες εικόνες του Αντιχρίστου. Είναι χαρακτηριστικό, πως ακόμη και όταν η χριστιανικότητα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν πλέον κατασταλαγμένη πολιτειακή αντίληψη, ο λαός δεν έπαυε να είναι επιφυλακτικός με την χρηστότητα των βασιλικών διαθέσεων. Γνωρίζουμε για παράδειγμα πως κατά τη διάρκεια μίας εχθρικής επιθέσεως προς την πόλη της Θεσσαλονίκης, ο λαός προτιμά να παραμείνει στην πόλη, επικαλούμενος την βοήθεια του αγίου Δημητρίου, παρά να υπακούσει στις εντολές των αυτοκρατορικών αξιωματούχων για εκκένωσή της. Είναι ο άγιος αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να εμπιστευτεί, κι όχι ο Αυτοκράτορας. Κι ο άγιος έπαθε από το ξίφος της Ρώμης, της οποίας ήταν πιστός υπηρέτης.  

Θα ήταν καλύτερα ωστόσο, αν παρακάμπταμε την σκέψη, του τι θα γινόταν αν ο Πιλάτος οδηγούσε στον Σταυρό τον Βαραββά αντί του Χριστού, όχι γιατί η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις, αλλά γιατί η ίδια η φύση των κινήτρων του Πιλάτου, αποκλείει μία τέτοιου είδους αποφασιστική στροφή. Στην ουσία των πραγμάτων, ο Πιλάτος δεν λειτουργούσε ως praefectus Iudeae, ως ανώτατος αξιωματούχος της Ρωμαϊκής διοικήσεως, αλλ’ ως εξαίρετο παράδειγμα λαοκόλακα, ως πολιτικός που προτιμά να ικανοποιήσει φρόνιμα την δίψα του όχλου για αίμα, από το να εκτελέσει συνειδητά και έννομα την εξουσία, που του είχε ανατεθεί. Άλλωστε, ο Χριστός, ποτέ δεν καταδικάστηκε από τον Πιλάτο, καθώς σύμφωνα με την ομολογία του δεύτερου, δεν βρέθηκε τίποτα μεμπτό να τον σκιάσει: ἐξῆλθε πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ (Ιωαν. 18, 38). 

Ο Ιωάννης, σε σχέση με τους Συνοπτικούς, αφιερώνει περισσότερο χώρο στην παράθεση των γεγονότων των σχετικών με την συνάντηση Χριστού και Πιλάτου, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διαυγέστερα την πάλη, που μαινόταν εντός του Ρωμαίου Διοικητή, αλλά και τον ρόλο, που το εξαγριωμένο πλήθος διαδραμάτισε στην λήψη της τελικής του αποφάσεως, η οποία φαίνεται να αφορά στην καταδίκη του Χριστού ως κοινού πολιτικού εγκληματία, όπως ο Μινούκιος Φήλιξ μας πληροφορεί ( Octavius 9,4). Ο ρόλος λοιπόν των Ιουδαίων συμπατριωτών του ήταν καταλυτικός, διότι εκείνοι ήταν που έβαλαν στα χείλη του Πιλάτου την κατηγορία κατά του Χριστού-  λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ ( Ιωαν. 19, 14- 15)- αφού προηγουμένως είχαν εκβιάσει ανοιχτά την απόφασή του: οἱ δὲ ᾿Ιουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι. ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ ( Ibid. 19, 12- 13). Ακόμα κι έτσι, και παρά την επιμονή του Sartre, πως ο Εβραίος βαρύνεται πρωταρχικά από την ρετσινιά του δολοφόνου του Χριστού, η καταδίκη δεν αφορά αδιάκριτα στον εβραϊκό λαό, αλλά στο πλήθος που συνάχτηκε μανιασμένο, έξω από το Ρωμαϊκό Διοικητήριο, για να καταδικάσει σε θάνατο όχι τον Θεό- αφού άλλωστε δεν πίστευαν τον Ιησού ως Θεό- αλλά έναν συντοπίτη τους: Τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί (Ibid. 18, 35), κι αλλού, πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν·  καὶ δήσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι ( Μτθ. 27, 1-2). 

Τα ρωμαϊκά εγχειρίδια διοικήσεως και δικαίου συνιστούσαν στους αξιωματούχους της εποχής την λήψη αποφάσεων και την εκτέλεσή τους, κατόπιν σοβαρής αξιολογήσεως των συνθηκών, των συγκυριών, των έκτακτων περιστάσεων και της ιδιοπροσωπίας του κάθε λαού ( Πρόκουλος, Πανδέκτης Ι, 18.12/ Ουλπιανός, Πανδέκτης Χ 1, VII. II, 9-10/ Σατουρνίνος, Πανδέκτης XLVIII 19.16.9). Ο Χριστός ωστόσο οδηγείται στο μαρτύριο από την ανάγκη ικανοποιήσεως των ενστίκτων του όχλου και όχι του αισθήματος της δικαιοσύνης. Η ικανοποίηση, που θα χάριζε το πάθος του αθώου, θα ήταν και ο παράγοντας σταθεροποιήσεως της τάξεως. Ικανοποιώντας λοιπόν ο Πιλάτος το λαϊκό αίσθημα, στην ουσία ικανοποιεί και τους πολιτικούς υποκινητές αυτού του ίδιου του αισθήματος, που δεν ήταν άλλοι από το ιουδαϊκό ιερατείο, τα επιφανή αυτά μέλη της εβραϊκής κοινωνίας με απόλυτη επιρροή στην απρόσωπη φανατισμένη μάζα, τα οποία άλλωστε υποκίνησαν την προδοσία του Μαθητή. Βαθιά οπορτουνιστής και λαϊκιστής ο Πιλάτος, θυσιάζει την αλήθεια, προκειμένου να διατηρήσει στην επαρχία του την pacata atque quieta, προκειμένου να εγγυηθεί την συνοχή του όχλου. 

Τα όρια της εξουσίας του ωστόσο, εξαντλούνται στον βαθμό των σκοπιμοτήτων, γεγονός εμφαντικά ευδιάκριτο στις απόλυτές του διαστάσεις όταν απευθύνει στον Χριστό το ερώτημα: οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς. Λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; ( Ιωαν. 18, 37- 38). 

Η ρεαλιστική περιγραφή του περιεχομένου της εξουσίας του, που ορίζεται με μεγέθη ζωής και θανάτου, ριζώνει ακριβώς στον φόβο που ενέσπειρε το άκουσμά της και όχι η κατοχή της: λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; ( Ibid. 19, 10) Η ‘’αλήθεια’’ της εξουσίας του Πιλάτου, στέκεται καταρρακωμένη απέναντι στην υπομονή της αγάπης του Χριστού, προκαλώντας το ερώτημα, για να πάρει ως απάντηση, την σιωπή. Κυρίως όμως η εξουσία του Πιλάτου, έχει απολύτως εξαντληθεί από τα ίδια τα ενστικτώδη κίνητρα του πλήθους, από την δίψα του απόλυτου μηδενός του, που όσο προσπαθεί να τιθασεύσει την ορμή του, τόσο περισσότερο το εξαγριώνει. 

Αρθρώνοντας ο Πιλάτος την ερώτηση- και τι να είναι άραγε η Αλήθεια- ξανακαθίζει τον Χριστό στα ύψη του Σαρανταρίου όρους  και του επαναλαμβάνει τα λόγια του Σατανά, τα λόγια του δεύτερου πειρασμού. Αλλά ο Χριστός περιέργως, επικαλείται την ίδια την σατανική πρόκληση, για να δείξει, πόσο ξένα είναι τα μέτρα του τετραπέρατου Σταυρού για τα βασίλεια του κόσμου:  Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ῾Ιεροσόλυμα, καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·  γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε,  καὶ ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου. ( Λκ, 4, 9-12). Ο Ιησούς λοιπόν μπροστά στον Πιλάτο, θα αντιτάξει την πρόκληση του Εωσφόρου : ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν ( Ιωάν. 18, 36). 

Η ρωμαϊκή πολιτική σκέψη, με ιδιαίτερη τέχνη, κατάφερε στην πορεία να εντάξει το μήνυμα των Ευαγγελίων στο κέντρο του μετά- πολιτικού της άξονα. Στην ουσία της αυτή η αλλαγή, σήμαινε μία απόλυτη στροφή των ίδιων των αυτοκρατορικών ιδεολογικών προτεραιοτήτων, προς ένα πρότυπο διακυβέρνησης, του οποίου τον χαρακτήρα, το περιεχόμενο και τα όρια, δεν καθόριζε η πολιτική αριστοκρατία, αλλά η ίδια η κοινωνία. Η ίδια η κοινωνία καθόριζε και τα όρια της νομιμότητας του Μονάρχη, δημιουργώντας ένα πλέγμα ερμηνειών ιδιαιτέρως χαλαρό, για το τι τελικά σήμαινε ο όρος θεοστεφής Βασιλεύς, σε τέτοιο βαθμό, ώστε το πολίτευμα να είναι σχετικά Θεοκρατικό. Για παράδειγμα, οι Εικονομάχοι Αυτοκράτορες, δεν αποτελούσαν για τους Εικονόφιλους, παρά την θεία και δίκαιη τιμωρία για την χαλάρωση των ηθών και της πίστεως. Ακόμα και έτσι, το κακό ως πολιτικό φαινόμενο, είναι παρενθετικό. Η αποκατάσταση της τάξεως δεν είναι έργο μονάχα του Θεού, αλλά και των ανθρώπων. Οι συνεχείς στασιασμοί είναι ενδεικτικοί αυτής της αντιλήψεως: από τους 88 Αυτοκράτορες οι 30 εκτελέστηκαν και οι 13 αναγκάστηκαν σε μοναστηριακό εγκλεισμό.  

Στο κύρη Γεώργιο Ακροπολίτη χρωστάμε μεταξύ άλλων,  την συνέχεια της Χρονικής Συγγραφής του Νικήτα Χωνιάτη κι ένα ποίημα, που η Εκκλησία το ψέλνει τη μεγάλη Παρασκευή και που μπορούμε να το αποκαλέσουμε και ‘’σκοπό του Ξένου’’. Έτσι λοιπόν, ο κύρης Γεώργιος καθώς στέκεται στο μεθόριο της Ιστορίας, στα προκεχωρημένα της φυλάκια, βουτηγμένος απ’ τη κορφή ως τα νύχια το Δράμα της, στα μαβιά του Πανσέληνου, δε βρίσκει παρά ετούτο το σκοπό, να μιλήσει για τον Θεό και για τον Άνθρωπο: σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτειά, περιπλανώμενος δυστυχισμένος. Απόκληρος και ξένος, μα όλος Θεός και όλος Άνθρωπος. Βαθιά πονεμένος και συντριπτικά υπέροχος.

Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.
Τη μεγάλη Δευτέρα του ’14, στο Παρίσι. 
πηγή: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου