Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Ποιος κοίταξε τον δάσκαλο;


Ναι, σύμφωνοι, οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα του 2014 είναι μέρος του προβλήματος. Ρέπουν προς τον συνδικαλισμό, απεργούν πάντα με αποκλειστικά οικονομικά αιτήματα και ποτέ για εκπαιδευτικά. Διέπονται από γραφειοκρατική και δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Ορισμένες φορές τείνουν προς την ευθυνοφοβία και την ήσσονα προσπάθεια. Πολλοί απʼ αυτούς εμφορούνται από παρωχημένες παλαιομαρξιστικές ιδέες και ενίοτε προσπαθούν να τις μεταδώσουν και στους μαθητές τους. Το γνωστικό τους κεφάλαιο και ο επιστημονικός τους εξοπλισμός είναι ισχνά, διότι είναι πτυχιούχοι των παρακμιακών και κομματοκρατούμενων πανεπιστημίων της Μεταπολίτευσης. Μάλιστα πολλοί απʼ αυτούς έγιναν εκπαιδευτικοί όχι από επιλογή αλλά από επαγγελματική αναγκαιότητα. Γιά δεκαετίες, άλλωστε, οι προσλήψεις γίνονταν με την επετηρίδα και όχι αξιοκρατικά. Επίσης, οι σημερινοί εκπαιδευτικοί δεν θυμίζουν σε τίποτα τους ιεραποστόλους δασκάλους του Μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, μπροστά στους οποίους ακόμη και οι σημερινοί πανεπιστημιακοί μοιάζουν ημιμαθείς.

Αυτά είναι τα συνήθη στερεότυπα που κυκλοφορούν στην κοινωνία γιά τους εκπαιδευτικούς, δασκάλους της πρωτοβάθμιας και καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Δυστυχώς, αρκετοί εκπαιδευτικοί προσπαθούν με κάθε τρόπο να τα επαληθεύουν. Η εικόνα αυτή, όμως, εν μέρει μόνον αληθεύει.

Διότι, προσοχή: υπάρχουν χιλιάδες λαμπροί, ευσυνείδητοι εκπαιδευτικοί, που επιτελούν αθόρυβο έργο, προσφέρουν εθελοντικές υπηρεσίες, λειτουργούν ως μέντορες κάι οικογενειακοί σύμβουλοι, υποκαθιστούν πατρικά και μητρικά καθήκοντα σε παιδιά διαζευγμένων ή αδιάφορων ή προβληματικών γονέων. Εργάζονται σε υποβαθμισμένες περιοχές, σε άθλια κτίρια, διαχειρίζονται καταστάσεις εξαιρετικά δύσκολες, μαθησιακές δυσκολίες, χρόνια ψυχικά νοσήματα, οικογενειακούς γόρδιους δεσμούς.

Και, ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπίσουν την έξαλλη οργή μίας νεολαίας χωρίς μέλλον, που αντιδρά με βία, καταλήψεις, αποχές, ενώ στο σκηνικό παρεισφρύουν και ακραίες κομματικές λογικές, φανατισμοί και προπαγάνδες. Ακόμη και απειλές.

Οι εκπαιδευτικοί κάνουν ένα πολύ μα πάρα πολύ δύσκολο έργο (μόνον αν έχει μπει κανείς σε τάξη μπορεί να το καταλάβει). Αντιμετωπίζουν κοινωνική απαξίωση, από μία κοινωνία που άλλοτε σεβόταν τον δάσκαλο (θυμάμαι ότι, την δεκαετία του ʼ60, όταν έμπαινε ο δάσκαλος στο καφενείο του χωριού, οι θαμώνες σηκώνονταν όρθιοι και έβγαζαν την τραγιάσκα τους από σεβασμό). Η κοινωνία αυτή εκφυλίστηκε, αναδεικνύοντας το «λαμόγιο» ως κοινωνικό πρότυπο, και σʼ αυτό το χυδαίο σκηνικό ο δάσκαλος κατέληξε να θεωρείται κάτι μεταξύ κορόϊδου και γραφικού. Παλεύουν, επομένως, οι εκπαιδευτικοί, εναντίον ενός κράτους και μίας κοινωνίας που έχει ρίξει την εκπαίδευση στα αζήτητα.

Όμως: κρατούν στα χέρια τους το πλέον σημαντικό τμήμα της κοινωνίας μας. Την μαθητιώσα νεολαία. Δηλαδή το μέλλον μας. Κάνουν κάτι πολύ, μα πολύ σπουδαιότερο από αυτό που κάνουν τα υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, οι τραπεζίτες και οι κύριοι βουλευτές μας. Διαμορφώνουν τον νου και το πνεύμα των αυριανών Ελλήνων. Παρά ταύτα, ασκούν ένα λειτούργημα μη κερδοσκοπικό, με μισθούς πείνας. Διδάσκουν απογεύματα και νύχτα σε φροντιστήρια με επτά ευρώ την ώρα, και αρκετοί κάνουν και ιδιαίτερα με δέκα και δεκαπέντε ευρώ την ώρα. Πολλοί ναι, πληρώνονται «μαύρα», γιατί προφανώς τα έσοδά τους από την «παραπαιδεία» δεν αρκούν για να υπερκαλύψουν τα 300-400 ευρώ μηνιαίως που ζητάει το ΤΕΒΕ.

Τι πρέπει να κάνει η κοινωνία γιά τους δασκάλους των παιδιών της; Να συνειδητοποιήσει την σημασία τους και να αρχίσει να τους (ξανα)βλέπει διαφορετικά. Ηθικό ζήτημα, αλλά κεφαλαιώδες. Τι πρέπει να κάνει το κράτος γιά τους εκπαιδευτικούς; Πολλά πράγματα.

Πρώτον, να τους ανακηρύξει με ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής υπʼ αριθμόν ένα σημαντική κατηγορία λειτουργών, και να τους δώσει μισθούς διπλάσιους όλων των άλλων δημοσίων υπαλλήλων. Οπότε το λειτούργημα του εκπαιδευτικού όχι μόνον θα αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος αλλά και θα προσελκύσει αξιόλογους ανθρώπους που το αποφεύγουν σήμερα λόγω οικονομικης υποβάθμισης.

Δεύτερον, να οργανώσει ένα σύγχρονο (αντικειμενικό και απρόσωπο) σύστημα αξιολόγησης, που θα επιβραβεύει τους άριστους και θα επανεκπαιδεύει τους αρνητικά αξιολογούμενους, οδηγώντας τους σε σεμινάρια επανακατάρτισης ή (σε μη επιδεχόμενες βελτίωσης περιπτώσεις) σε υπηρεσία γραφείου.

Τρίτον,και συναφές, να θεσπίσει μία ιεραρχία που θα λαμβάνει υπʼ όψιν της τόσο την παλαιότητα όσο και την αξιολόγηση, και στην οποία ο εκπαιδευτικός θα ανέρχεται κατακτώντας όλο και ανώτερους βαθμούς, γεγονός που θα του δίδει και συμβολική ικανοποίηση. Κάθε ανώτερος βαθμός θα προσφέρει επιπλέον προνόμια και ευθύνες (π.χ. καθήκοντα μέντορα, συμβούλου αδυνάτων μαθητών ή συμβούλου νέων καθηγητών).

Τέταρτον, να προσφέρει κίνητρα: η απόκτηση επιπρόσθετων πτυχίων, η παρακολούθηση σεμιναρίων, η συμμετοχή σε συνέδρια, η δια βίου παιδεία, οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, η εθελοντική προσφορά, η υπηρεσία σε ακριτικές περιοχές κλπ. να οδηγούν σε ταχύτερη προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.

Πέμπτον, να προσφέρει εφόδια: π.χ. ανά πενταετία ο εκπαιδευτικός να δικαιούται ετήσια άδεια μετʼαποδοχών ώστε να παρακολουθήσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο πανεπιστήμιο, ή η κάθε περιφέρεια σε συνεργασία με την εγγύτερη Παιδαγωγική Ακαδημία να οργανώνουν σεμινάρια για θέματα σύγχρονης παιδαγωγικής, γιά μαθησιακές δυσκολίες κλπ.

Αυτά, φυσικά, απαιτούν και αντίστοιχης εμβέλειας προσωπικότητες στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου