Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΣΥΝΕΧΩΣ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΗΓΕΤΩΝ

Μαρία Μαντουβάλου Καθ. Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν 

Συ­νε­χὲς σφυ­ρο­κό­πη­μα ὑ­φί­στα­ται ἡ Ἑλ­λά­δα τὰ τε­λευ­ταῖα τριάντα χρό­νια, ποὺ ἐ­κτο­ξεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐ­σμὸ τῶν δη­μο­σι­ευ­μά­των, τοῦ πλή­θους τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν ἐν­τύ­πων κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸν τύ­πο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ποὺ ἀ­πο­σκο­ποῦν στὴν ἀλ­λοί­ω­ση, ὑ­πο­τί­μη­ση καὶ κα­τα­στρο­φὴ ὅ­λων τῶν γνω­ρι­σμά­των τῆς Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας, ὥ­στε νὰ πά­ψουν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν εἰ­δο­ποι­ὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της τὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πεν­θυ­μί­ζουν δι­α­χρο­νι­κὰ ὅ­τι δι­α­κρί­νε­ται ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ Ἔ­θνη τῆς γῆς καὶ ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νά­δελ­φος.

Εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι πο­τὲ δὲν ἔ­μει­νε ἀ­λώ­βη­τος στὴ δι­α­χρο­νι­κή του ἱ­στο­ρί­α ὁ Ἑλ­λη­νι­σμός, ἀν­τί­θε­τα, τρο­φο­δο­τοῦ­σε, ἄ­θε­λά του, πάν­το­τε, τὴν ἀ­δη­φά­γο πο­λε­μι­κὴ ὅ­λων αὐ­τῶν, ποὺ ἐκ­σφεν­δό­νι­ζαν κα­ται­γι­σμὸ ἐ­πι­κρί­σε­ων καὶ λοι­δο­ρι­ῶν καὶ ἔ­φθα­ναν μέ­χρι τῆς ἰ­σο­πέ­δω­σης ὅ­λων τῶν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν. Ἕ­να συ­νον­θύ­λευ­μα ἀ­πο­τε­λού­με­νο ἀ­πὸ χαλ­κευ­μέ­να ἀ­νό­μοι­α πράγ­μα­τα, πη­γὲς καὶ θε­ω­ρί­ες, ἦ­ταν πάν­το­τε τὸ ὁ­πλο­στά­σιο τῶν λο­γο­κό­πων ἐ­πι­κρι­τῶν παν­τὸς ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀ­πὸ πρό­σω­πα μέ­χρι ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἀ­ξί­ες πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κές. Ἡ βαθ­μια­ία συσ­σώ­ρευ­ση τῶν ἔρ­γων αὐ­τῶν τῶν νο­ση­ρῶν σο­φι­στῶν, ποὺ ἐ­πὶ χρό­νια ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ κα­τε­δα­φί­σουν ὅ,τι Ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ Ὀρ­θό­δο­ξο, ἐ­κτο­ξεύ­ον­τας τὰ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη βέ­λη τους, μᾶς προ­κα­λοῦν νὰ ἀ­να­ζη­τή­σου­με τὴν ταυ­τό­τη­τά τους, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σου­με τὰ κί­νη­τρα καὶ τὰ βα­θύ­τε­ρα αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς δο­λε­ρῆς καὶ ἀ­σύ­στο­λης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.
Ἀ­να­ζη­τών­τας λοι­πὸν πρῶ­τα τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς συ­νε­χοῦς πο­λε­μι­κῆς κα­τὰ τῆς Ἑλ­λά­δας ἐν­το­πί­σα­με καὶ τοὺς πα­ρά­γον­τες ποὺ προ­κα­λοῦν αὐ­τὲς τὶς συμ­πε­ρι­φο­ρές. Οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι πα­ρά­γον­τες αὐ­τοῦ τοῦ λυσ­σα­λέ­ου μέ­νους,  ποὺ κω­δι­κο­ποι­οῦν­ται σὲ ἄρ­νη­ση ἢ ἐκ­μη­δέ­νι­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κό­τη­τας, τῆς ταυ­τό­τη­τας, τῆς κα­τα­γω­γῆς, καί τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, εἶ­ναι ἡ ἀ­κα­τά­βλη­τη ἀν­το­χὴ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ καὶ ἡ δύ­να­μή του νὰ με­ταρ­σι­ώ­νε­ται πά­νω ἀ­π᾿ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, ὅ­πως τοῦ ἔ­μα­θαν οἱ νη­πτι­κοὶ Πα­τέ­ρες τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Σ᾿ αὐ­τὴ τὴν ἐ­ξύ­ψω­ση δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸν πα­ρα­κο­λου­θή­σουν οἱ πα­νοῦρ­γοι ἐ­πι­κρι­τές του. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «δι­α­φω­τι­στὲς» δὲν εἶ­ναι φω­τι­σμέ­νοι, εἶ­ναι ἐ­με­τι­κοὶ ἐγ­κω­μια­στὲς καὶ ἀ­νια­ρὰ φε­ρέ­φω­να τῆς λε­γό­με­νης «Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης», δη­λα­δὴ τοῦ γαλ­λι­κοῦ ἐμ­φύ­λιου τῶν ἀ­πει­ρά­ριθ­μων σφα­γῶν καὶ ἐγ­κλη­μά­των, μὲ τὸ ἐ­πι­νο­η­μέ­νο καὶ οὐ­δέ­πο­τε ἐ­φαρ­μο­σμέ­νο θε­ω­ρη­τι­κό τους τρί­πτυ­χο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἰ­σό­τη­τας, ἀ­δελ­φό­τη­τας. Ἐ­νο­χλεῖ τοὺς δό­λιους «νε­ω­τε­ρι­στὲς» καὶ «προ­ο­δευ­τι­κούς», ὅ­πως αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται καὶ αὐ­το­α­να­κη­ρύσ­σον­ται σὲ «πνευ­μα­τι­κοὺς ἡ­γέ­τες», ποὺ πε­ρι­φρο­νοῦν κα­τά­φω­ρα τούς «ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κούς», «πα­ρα­δο­σια­κούς», «συν­τη­ρη­τι­κοὺς» Ἕλ­λη­νες, ποὺ δὲν προ­σαρ­μό­ζον­ται στὶς ἰ­δε­ο­λη­ψί­ες τους. Για­τί γιὰ ἰ­δε­ο­λη­πτι­κοὺς πρό­κει­ται. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ σκο­τα­δι­στὲς τοῦ «δι­α­φω­τι­σμοῦ», ποὺ  φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χουν οὔ­τε ὑ­πο­ψί­α τί ση­μαί­νει νὰ εἶ­σαι κλη­ρο­νό­μος τῆς Φι­λο­κα­λί­ας, τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ, τοῦ ἡσυ­χα­σμοῦ, τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων καὶ τῶν Ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων ἡ­ρώ­ων τῆς Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας. Τὸ σι­νά­φι αὐ­τῶν ποὺ κα­τα­φέ­ρον­ται κα­τὰ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­νευ­λα­βὴς χο­ρός, μί­α συν­τε­χνί­α, ποὺ τὰ γε­μᾶτα ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα συγ­γράμ­μα­τά τους προ­κα­λοῦν ἀ­πέ­χθεια καὶ ἀ­πο­στρο­φὴ πρῶ­τα στοὺς φοι­τη­τὲς καὶ ἀ­κο­λού­θως στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἐ­ρευ­νη­τές, ποὺ δὲν τοὺς ἔ­χει κα­τα­κυ­ρι­εύ­σει ὁ πνευ­μα­τι­κὸς ζό­φος, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὰ ἔρ­γα αὐ­τῶν τῶν σκο­τα­δι­στῶν, ἀ­φοῦ τὸ μό­νο μέ­λη­μά τους εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­κρύ­πτουν τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­λή­θεια, ὅ­ταν δὲν ἐ­ξυ­πη­ρε­τῆ τὰ κα­τα­χθό­νια σχέ­δια τὰ δι­κά τους καὶ τῶν χο­ρη­γῶν ἐν­το­λέ­ων τους, για­τί οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π᾿ αὐ­τοὺς εἶ­ναι δυ­στυ­χεῖς ἐν­το­λο­δό­χοι.
Ἂς ἀ­να­ζη­τή­σου­με τώ­ρα τὴν προ­έ­λευ­ση καὶ τὶς πρά­ξεις τῶν κα­τ᾿ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση δο­λο­πλό­κων ποὺ ρο­κα­νί­ζουν τὸν Ἑλ­λη­νι­σμό. Εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στοι καὶ αὐ­το­α­πο­κα­λοῦν­ται πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ἡ­γε­σί­α καὶ ἐ­πί­σης λί­γοι, ἀλ­λὰ κα­τα­στρο­φι­κοὶ ἐ­ξί­σου τῆς λε­γό­με­νης πο­λι­τι­κῆς ἡ­γε­σί­ας καὶ ἀ­πὸ τοὺς τε­λευ­ταί­ους κυ­ρί­ως οἱ τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας, Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­κρύ­ψουν τὰ σχέ­διά τους, ὅ­πως ὁ Ἀσ­σύ­ριος στρα­τη­γὸς τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ὁ Ῥα­ψά­κης πού δὲν μι­λοῦ­σε στὴ γλῶσ­σα του, τὰ ἀσ­συ­ρια­κά, κα­τὰ τὴν εἰ­σβο­λή του στὴν Ἰ­ου­δαί­α, στοὺς πο­λι­ορ­κη­μέ­νους Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μί­τες, ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὴν Ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ γλῶσ­σα, γιὰ νὰ τοὺς πα­ρα­σύ­ρη εὔ­κο­λα στὰ σχέ­διά του καὶ νὰ τοὺς ὑ­πο­δου­λώ­ση. Ἔ­τσι καὶ οἱ λί­γοι ἐν­το­λο­δό­χοι ἱ­στο­ρι­κοί, οἱ πο­λι­τι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, οἱ φι­λό­σο­φοι σὲ ἀ­γα­στὴ συ­νερ­γα­σί­α μὲ ὅ­μοι­ούς τους πο­λι­τι­κούς, ἀ­πο­τε­λοῦν τούς Νέ­ους Ῥα­ψά­κη­δες, για­τί πα­ρι­στά­νουν τοὺς ὁ­μό­γλωσ­σους, ὡς δῆ­θεν ἀ­δελ­φοὶ ζη­λω­τὲς καὶ ἔμ­πει­ροι τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καὶ ὡ­στό­σο εἶ­ναι ἐ­χθροί τοῦ γέ­νους τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ τῆς Θρη­σκεί­ας τους.    
Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι δὲν εἶ­ναι Ἕλ­λη­νες, ἀλ­λὰ θνη­τό­ψυ­χοι, φθο­ρεῖς καὶ συ­κο­φάν­τες τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους, τῆς ἱ­στο­ρί­ας του καὶ τῶν πα­ρα­δό­σε­ών του, καὶ φα­νε­ρὰ ψεύ­δον­ται καὶ ἐ­ξα­πα­τοῦν ὡς ἀ­σε­βεῖς καὶ ἄ­θε­οι καὶ γρά­φουν καὶ λα­λοῦν ἑλ­λη­νι­στί, ὡς Ἕλ­λη­νες Ὀρ­θό­δο­ξοι, οἱ φρε­νό­πλη­κτοι, μι­σά­δελ­φοι καὶ οἱ ἐ­πι­θε­τι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τους ἔ­χουν ὡς στό­χους τὰ ὀ­χυ­ρὰ ποὺ συν­θέ­τουν ὡς συ­στα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α τὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α: Ἱ­στο­ρί­α, Ἰ­δε­ο­λο­γί­α, Γλῶσ­σα, Πί­στη, Πα­τρι­ω­τι­σμό, Ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση, Ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα, Γε­ω­γρα­φι­κὸ χῶ­ρο, Πα­ρα­δό­σεις, συμ­πε­ρι­φο­ρές, ἱ­στο­ρι­κὲς μνῆ­μες, ἦ­θος, πάν­θε­ο ἡ­ρώ­ων, ψυ­χι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἡ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νη ἅ­λω­ση ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους Ῥα­ψά­κη­δες πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βη ὅ­λα τὰ κά­στρα τῶν πο­λι­ορ­κού­με­νων. Σή­με­ρα ἀ­πο­σκο­ποῦν καὶ στὴν ἐξ ἐφό­δου ἅ­λω­ση ἢ στὸν ἐ­ξα­ναγ­κα­σμὸ σὲ πα­ρά­δο­ση καὶ τὴν ἀ­πο­στέ­ρη­ση τῶν μέ­σων ἐ­φο­δια­σμοῦ. Προ­δί­δουν αὐ­τοὶ ποὺ τοὺς πι­στεύ­α­με γιὰ φύ­λα­κες καὶ αὐ­τοὶ ἀν­τὶ γιὰ φύ­λα­κες βε­βή­λω­σαν τὸ χῶ­ρο καὶ τὰ Ἱ­ε­ρὰ καὶ τὰ Ὅσι­α καὶ πο­λε­μοῦν ἀ­πὸ μέ­σα. Εἶ­ναι οἱ ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ πο­λέ­μιοι. Ὅ­ταν τὸ 1979 ὑ­πο­γρά­φτη­κε ἡ συμ­φω­νί­α ἔν­τα­ξής μας στὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ Κοι­νό­τη­τα τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Παι­δεί­ας ἑ­όρ­τα­σε τὸ γε­γο­νός, ὡς ἔ­τος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Πα­ρά­δο­σης!!
Ἀ­δι­α­φό­ρη­σε γιὰ τὴν πα­ρα­κα­τα­θή­κη:
Ὁ θε­με­λι­ώ­δης ρυθ­μὸς ἂς στυ­λω­θεῖ στὸ κέν­τρο τῆς ἐ­θνι­κό­τη­τας καὶ ἂς ὑ­ψώ­νε­ται κά­θε­τα.
Ἀλ­λὰ στὰ νο­μο­θε­τι­κὰ δι­α­τάγ­μα­τα καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα μι­λοῦν σὰν ξέ­νοι «φι­λέλ­λη­νες», ὅ­πως εὔ­στο­χα πα­ρα­τή­ρη­σε ὁ κα­θη­γη­τὴς Θε­ό­δω­ρος Πα­πα­κων­σταν­τί­νου.
Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἡ­γε­σί­α δί­νει, ὡς πρό­τυ­πα στοὺς ἐκ­παι­δευ­ό­με­νους ὅ­λων τῶν βαθ­μί­δων, τοὺς ἄ­θε­ους δο­λο­φό­νους τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἐμ­φύ­λιου, ὄ­χι τοὺς ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ ᾿21, καὶ ἡ πο­λι­τι­κὴ ἡ­γε­σί­α τὸ 2000 ἀλ­λοι­ώ­νει τὴν Ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα στὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο συ­στα­τι­κό της, τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν «πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τα» κα­ταρ­γών­τας μὲ Ὑ­πουρ­γι­κὴ ἐγ­κύ­κλιο τὴν ἀ­να­γρα­φὴ τοῦ Θρη­σκεύ­μα­τος (καὶ τῆς ὑ­πο­κο­ό­τη­τας) στὶς ταυ­τό­τη­τες. Οἱ «ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς» πο­λι­τι­κοὶ τὸ ἔ­πρα­ξαν, ἀλ­λὰ ὄ­χι χω­ρὶς ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­πὸ ἄλ­λους σώ­φρο­νες πο­λι­τι­κούς, ποὺ ὑ­πο­γράμ­μι­σαν ὅ­τι «ἐ­νι­σχύ­ον­ται οἱ ὑ­πο­ψί­ες γιὰ  ὓ π ο π τ ε ς   ἐ ξ α ρ τ ή σ ε ι ς» καὶ ὅ­τι «ἀ­φή­νουν τούς μα­σσό­νους νὰ ὑ­πο­γρά­φουν ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὰ δι­α­κρι­τι­κά τους». 
Ὁ πρώ­ην Πρω­θυ­πουρ­γὸς Γ. Πα­παν­δρέ­ου σὲ δη­μό­σια ὁ­μι­λί­α του, ὡς ἀρ­χη­γὸς τοῦ ΠΑΣΟΚ, εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἐ­πι­νο­ή­σου­με ἕ­να «νέ­ο πα­τρι­ω­τι­σμό» καὶ οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ συ­νερ­γά­τες τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ ἀ­π᾿ αὐ­τοὺς ἐ­πι­χο­ρη­γού­με­νοι –καὶ ὄ­χι μό­νο ἀ­π᾿ αὐ­τοὺς– στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν κα­λοῦν ἕ­ναν Βρε­ττα­νὸ τοῦ δι­α­βό­η­του (γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­φοί­τους του καὶ τὰ ἀ­πί­στευ­τα ἀν­θελ­λη­νι­κὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τά τους) London School of Economics, γιὰ νὰ μᾶς δι­δά­ξη, οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ ἐ­πι­χει­ρή­ση νὰ σβή­ση τὶς ἐ­θνι­κὲς ταυ­τό­τη­τες ἀ­πὸ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ πρα­κτι­κή, κά­νον­τας λό­γο γιὰ ἄ­χρη­στες ἀ­να­δρο­μι­κές ταυ­τό­τη­τες, ποὺ εἶ­ναι ὅ­πως τὶς προσ­δι­ό­ρι­σε: ἐ­θνι­κές, θρη­σκευ­τι­κές, πο­λι­τι­σμι­κὲς μὲ με­γα­λο­πρε­πεῖς ἀ­φη­γή­σεις τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Καὶ ἐ­πει­δὴ αὐ­τές, κα­τὰ τὴ θε­ω­ρί­α του, στα­θε­ρο­ποι­οῦν τὸ πα­ρελ­θὸν μέ­σα στὸ μέλ­λον ὑ­πάρ­χει μί­α πα­θο­λο­γί­α στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα. Σή­με­ρα, γρά­φει, ὅ­τι ὁ παι­δα­γω­γι­κὸς λό­γος κα­θο­δη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά. Τὴν ἀ­πό­δο­ση στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­κα­νε ὁ Ἰ ω σ ή φ  Σ ο λ ο μ ώ ν. (Ἐπί­ση­μοι λό­γοι, τ. 31, μέ­ρος Γ΄, Ἀ­θή­να 2002, σ.σ. 2143-2195). Οἱ κυ­ρί­ες τοῦ τμή­μα­τος Νη­πι­α­γω­γῶν ποὺ κά­λε­σαν τὸν Βρε­ττα­νὸ καὶ τὸν ἐγ­κω­μί­α­σαν εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες ποὺ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται «Τί εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα μας» καὶ εἶ­ναι αὐ­τὲς ποὺ καυ­τη­ριά­ζουν τὸν «ἐ­θνο­κεν­τρι­σμό», κ.λ.π.
Ἀ­πὸ τοὺς ἰ­σχυ­ροὺς πο­λέ­μιους τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­δι­δό­με­νοι σὲ ἀ­νί­ε­ρες συγ­κρί­σεις με­τα­ξὺ Γαλ­λι­κῆς καὶ Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης. Αὐ­τοὶ θέ­λουν νὰ ἀ­γνο­οῦν ὅ­τι τὰ Γαλ­λι­κὰ ἱ­στο­ρι­κὰ φαι­νό­με­να ποὺ ἀ­να­φέ­ρουν δὲν ἔ­χουν καμ­μί­α σχέ­ση μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης καὶ μά­λι­στα τὴς Ἱ ε ρ ῆ ς  Π α ρ ά δ ο σ η ς. Κα­τα­βάλ­λε­ται ἐ­δῶ καὶ χρό­νια ἐ­πί­μο­νη προ­σπά­θεια μὲ σω­ρεί­α συγ­γραμ­μά­των, ἀ­πὸ τοὺς δι­κο­λά­βους τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, γιὰ νὰ μᾶς πεί­σουν ὅ­τι τὸ θαῦ­μα ποὺ λέ­γε­ται ᾿21 καὶ ἔ­χει παγ­κό­σμι­ες δι­α­στά­σεις εἶ­ναι ἕ­να ἀ­σή­μαν­το συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κὸ γε­γο­νὸς ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀν­τι­γρά­φα­νε τὴν «με­γα­λει­ώ­δη» Ἐ­πα­νά­στα­ση τῶν Γάλ­λων. Ὅ­λα αὐ­τὰ βέ­βαι­α ἀ­τεκ­μη­ρί­ω­τα μὲ φετ­φά­δες ποὺ ἐκ­δί­δουν οἱ ἴ­διοι οἱ συγ­γρα­φεῖς αὐ­θαί­ρε­τα καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα. Ὡ­στό­σο ὑ­πάρ­χουν ἀ­παν­τή­σεις τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πι­με­λῶς ἀ­πο­κρύ­πτουν ἐ­πὶ χρό­νια καὶ προ­έρ­χον­ται ὄ­χι ἀ­πὸ Ἕλ­λη­νες, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ὁ­μό­φρο­νες καὶ ὁ­μο­γά­λα­κτους. Πα­ρά­δειγ­μα ἀ­κό­μη καὶ ὁ γνω­στὸς ἀ­πὸ πολ­λὲς «εὐ­ερ­γε­σί­ες» του γιὰ τὸν Ἑλ­λη­νι­σμό, ὁ πο­λὺς Χέν­ρυ Κίσ­σιγ­κερ τοὺς δι­α­ψεύ­δει, γρά­φον­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση ὅ­τι:
«Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση δὲν ἦ­ταν Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς με­σαί­ας τά­ξης μὲ σκο­πὸ τὴν ἀ­πό­κτη­ση πο­λι­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀλ­λὰ κί­νη­μα ἐ­θνι­κὸ σὲ βά­ση θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­νάν­τια σὲ δύ­να­μη μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ τό­τε πρέ­σβης τῆς Ρω­σσί­ας στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη εἶ­χε συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις γιὰ συ­νε­χεῖς κυ­νι­κὲς πα­ρα­βιά­σεις τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν σὲ βά­ρος τῶν Ἑλ­λή­νων», ἐ­νῶ στὴ συ­νέ­χεια πα­ρέ­χει μί­α ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης γρά­φον­τας ὅ­τι: «Ἡ νί­κη τῶν Ἑλ­λή­νων στὸ Μο­ριὰ ἔ­κα­νε τὸ Ἀ­να­το­λι­κὸ Ζή­τη­μα κεν­τρι­κό τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς δι­πλω­μα­τί­ας, δη­λα­δὴ ἔ­δω­σε ὅ­πως καὶ ἦ­ταν τὴν παγ­κό­σμια ση­μα­σί­α τοῦ 1821» (Βλ. Χ. Κίσ­σιγ­κερ, Ἕ­νας ἀ­πο­κα­τε­στη­μέ­νος κό­σμος, ὁ Μέτ­τερ­νιχ, ὁ Κάσ­λρη καὶ τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς Εἰ­ρή­νης, 1812-1822, Πρό­λο­γος – με­τά­φρα­ση – σχό­λια – ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Μι­χα­λό­που­λος, ἔκδ. Πα­πα­ζή­σης, Ἀ­θή­να 2003, σελ. 504 & 507-508.
Καὶ ὁ ἴ­διος γιὰ τὴ Γαλ­λι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση γρά­φει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­χε ξε­πε­ρα­στεῖ [πο­λὺ σύν­το­μα] ἀ­πὸ τὴν  Αὐτο­κρα­το­ρί­α τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο, ἄλ­λω­στε, εἶ­χε ταυ­τι­στεῖ (441). Ἀ­κό­μη δί­νει καὶ δείγ­μα­τα «ἠ­θι­κῆς» καὶ «ἀ­κλό­νη­της ἰ­δε­ο­λο­γί­ας!» τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης: π.χ. ὁ Ταλ­λε­ϋ­ράν­δος πρῶ­τα ἔ­γι­νε ἐ­πί­σκο­πος μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ἀ­παρ­νη­θῆ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α κα­τὰ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση, με­τὰ ἔ­γι­νε Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα καὶ με­τὰ ἔ­στη­νε συ­νω­μο­σί­α γιὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῶν Βουρ­βώ­νων (250, 253, 254). Γιὰ τὸν Μέτ­τερ­νιχ: Αὐ­τὸ ποὺ λέ­γε­ται «βρε­ττα­νι­κὴ σχο­λὴ» στά­θη­κε ἡ αἰ­τί­α τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης (362).
Ἄλ­λοι, δι­α­πρε­πεῖς ἱ­στο­ρι­κοί, ἐ­πί­σης ὁ­μο­γά­λα­κτοι καὶ ὁ­μό­δο­ξοι τοῦ δό­λιου συγ­κρο­τή­μα­τος τῶν Ἑλ­λή­νων πλα­στο­γρά­φων τοῦ ᾿21, ἀν­τι­θέ­τως ὅ­μως πρὸς αὐ­τούς, το­νί­ζουν κα­θα­ρὰ ποι­ὸς ἦ­ταν ὁ χα­ρα­κτή­ρας τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης καὶ δί­νουν ἔ­τσι καὶ σὲ μᾶς τὰ ἀ­δι­ά­σει­στα τεκ­μή­ρια νὰ τοὺς ἀ­πο­δεί­ξου­με χαλ­κευ­τὲς τῆς ἀ­λή­θειας, ἀ­φοῦ οὔ­τε αὐ­τοὺς ὑ­πο­λο­γί­ζουν ἢ τοὺς ἀ­να­φέ­ρουν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὰ ὡς «συν­τη­ρη­τι­κούς». Ὡ­στό­σο αὐ­τοὶ οἱ «συν­τη­ρη­τι­κοὶ» ἀ­πο­κα­λύ­πτουν στὰ ἴ­δια χρό­νια ποὺ συν­τε­λεῖ­ται ἡ Γαλ­λι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση ὅ­σα ἀ­πέ­κρυ­πταν οἱ λε­γό­με­νοι «ἐ­πα­να­στά­τες» καὶ ὅ­σα ἀ­πέ­κρυ­πταν ἀ­πὸ τό­τε ὅ­λοι οἱ ἱ­στο­ρι­κοί τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ κυ­ρί­ως οἱ ἐ­θε­λό­δου­λοι Ἕλ­λη­νες, προ­σπα­θών­τας νὰ ὑ­πο­τι­μή­σουν ἢ καὶ νὰ γε­λοι­ο­ποι­ή­σουν τὸ ᾿21. Ἂς πά­ρου­με μί­α γεύ­ση ἀ­π᾿ ὅ­σα κα­ταγ­γέλ­λει ὁ Ζο­ζὲφ ντὲ Μέ­στρ, («Κα­τὰ τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως», μετ­φρ. Τ. Ἀ­θα­να­σό­που­λος, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀθ. 1999).
«Ἡ ἐλευ­θε­ρί­α καί ἡ ἰσό­τη­τα σᾶς πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νες σὲ θε­ές, ἀλ­λά, πο­λὺ σύν­το­μα, πε­τών­τας τὰ πλα­νε­ρά τους ροῦ­χα καὶ ξε­δι­πλώ­νον­τας τὰ πέν­θι­μα φτε­ρά τους, πέ­τα­ξαν πά­νω ἀ­πὸ τὴ δό­λια γῆ μας, δεί­χνον­τας τὰ μα­τω­μέ­να κου­ρέ­λια καὶ τὰ φί­δια τῶν μαι­νά­δων» (σελ. 11).
«Ἕ­να πλῆ­θος σκο­τει­νῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ μό­νο ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοὺς ἤ­ξε­ρε πὼς τοὺς λέ­νε. Κα­θάρ­μα­τα πρώ­της τά­ξε­ως βα­θιὰ ἀ­νή­θι­κοι καὶ με­γα­λό­σχη­μοι προ­δό­τες. Ἰ­δοὺ οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι, οἱ νο­μο­θέ­τες, ἀ­να­γεν­νη­τὲς τῆς Γαλ­λί­ας. Ὁ λα­ὸς ξε­γε­λά­στη­κε πλή­ρως» (σ. 139).
«Εἴ­δα­με τὴ Γαλ­λί­α νὰ ἀ­τι­μά­ζε­ται ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἐγ­κλή­μα­τα, ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔ­δα­φος αὐ­τοῦ τοῦ ὄ­μορ­φου βα­σι­λεί­ου γε­μᾶτο ἰ­κρι­ώ­μα­τα καὶ αὐ­τὴ τὴ δυ­στυ­χι­σμέ­νη γῆ πο­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ αἷ­μα τῶν παι­δι­ῶν τους ποὺ σφά­χτη­καν μὲ τὸν νό­μο. Πο­τὲ ἀ­κό­μα καὶ ὁ πιὸ αἱ­μο­στα­γὴς τύ­ραν­νος, δὲν ἔ­παι­ξε μὲ τό­ση θρα­σύ­τη­τα, μὲ ζω­ὲς ἀν­θρώ­πων καὶ πο­τὲ κά­ποι­ος πα­θη­τι­κὸς λα­ὸς δὲν ὁ­δη­γή­θη­κε στὸ σφα­γεῖ­ο τό­σο ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα» (σ. 180).
«Δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νὰ ἡ θε­ϊ­κὴ σφρα­γί­δα στὸ Γαλ­λι­κὸ Σύν­ταγ­μα» (σ. 270).        
«Αὐ­τὸς ποὺ κερ­δί­ζει τὶς μά­χες εἶ­ναι πάν­τα ὁ Ρο­βε­σπι­έ­ρος καὶ ὁ σι­δε­ρέ­νιος δε­σπο­τι­σμός του, ποὺ ὁ­δη­γεῖ τοὺς Γάλ­λους στὴ σφα­γὴ καὶ τὴ νί­κη σκορ­πών­τας χρυ­σά­φι καὶ αἷ­μα» (σ. 285).
«Ὅ­λες οἱ φα­τρί­ες τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης θέ­λη­σαν τὸν ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸ καὶ τὴν κα­τα­στρο­φὴ μά­λι­στα τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ […] ἐξ οὐ καὶ ἕ­πε­ται ὅ­τι ὅ­λες οἱ προ­σπά­θει­ές τους θὰ κα­τα­λή­ξουν μό­νο στὴν ἐ­ξύ­ψω­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ» (σ. 336).             
«Δι­α­χώ­ρι­σαν τοὺς Γάλ­λους ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τὴν ἀ­στή­ρευ­τη πη­γὴ κά­θε ὕ­παρ­ξης» (σ. 347).
«Ἀ­τί­μα­σαν τὸν αἰ­ῶνα μας καὶ κα­τέ­στρε­ψαν τὴ Γαλ­λί­α (σ. 346). Γιὰ νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἡ Γαλ­λι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση, χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­να­τρα­πεῖ ἡ θρη­σκεί­α, νὰ προ­σβλη­θεῖ ἡ ἠ­θι­κή, νὰ δι­α­πρα­χθοῦν ὅ­λα τὰ ἐγ­κλή­μα­τα. Γι᾿ αὐ­τὸ τὸ σα­τα­νι­κὸ ἔρ­γο χρει­ά­στη­κε νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν τό­σοι δι­ε­φθαρ­μέ­νοι, ὅ­σοι πο­τὲ πρὶν» (σ. 343).
«Ὁ γά­μος εἶ­ναι πιὰ νό­μι­μη ἐκ­πόρ­νευ­ση» (σ. 349).
Καὶ μί­α ση­μαν­τι­κό­τα­τη πα­ρα­τή­ρη­ση γιὰ τὶς αἱ­ρέ­σεις ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι στὴν Ἑλ­λά­δα σή­με­ρα πρω­τα­γω­νι­στοῦν αἱρέ­σεις καί Στο­ές μὲ σκο­πὸ νὰ τὴν κα­τα­πνί­ξουν. Ἂς ση­μει­ώ­σω ἐ­δῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι οἱ Ἑ­βραῖ­οι γε­νι­κά, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει κοι­νὴ ἀν­τί­λη­ψη, αὐ­τοὶ ποὺ μᾶς πο­λε­μοῦν, για­τί, οἱ ἀ­πό­ψεις ποὺ πα­ρέ­θε­σα ἀ­πὸ Ἑ­βραί­ους προ­έρ­χον­ται. Θὰ πρέ­πει νὰ γί­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ Ἑ­βραί­ους, κυ­ρί­ως Ἕλ­λη­νες καὶ Σι­ω­νι­στές. Ὑ­πάρ­χει τε­ρά­στια δι­α­φο­ρά, ὅ­πως ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἐ­πί­σης Ἑ­βραῖ­οι δι­α­κε­κρι­μέ­νοι παγ­κο­σμί­ως ἐ­πι­στή­μο­νες, ὅ­πως ὁ φι­λό­σο­φος Ρο­ζὲ Γκα­ρον­τί, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε ὅ­τι: «Ὁ σι­ω­νι­σμὸς εἶ­ναι εἰ­δω­λο­λα­τρί­α» (Βῆμα, 24.11.1996) καὶ ὁ Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός τῆς Ὀρ­γα­νι­κῆς Χη­μεί­ας Ἰσ­ρα­ὴλ Σα­χάκ (Ἑ­βρα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Ἑ­βρα­ϊ­κὴ θρη­σκεί­α, β. ἔκδ., «Ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις», Ἀθ. 2009) γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψαν ὁ­μό­φυ­λοί του ὅ­τι εἶ­ναι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῶν με­γά­λων προ­φη­τῶν, καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρε­ται μὲ παρ­ρη­σί­α σὲ ὅ­ρο ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους, τὸ «Ἰ­ου­δαιο-να­ζι­σμὸς» καὶ κα­ταγ­γέλ­λει τὶς βι­αι­ό­τη­τες τοῦ σι­ω­νι­σμοῦ καὶ τοῦ Ταλ­μου­δι­κοῦ ἑ­βρα­ϊ­κοῦ σω­βι­νι­σμοῦ, ὅ­που μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι καὶ ἡ Κύ­προς πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στοὺς χάρ­τες τῆς «ἑ­βρα­ϊ­κῆς πο­λι­τεί­ας» ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τοῦ Ἰ­ω­σὴφ Νά­ζη (σ. 160). Προ­σθέ­τει ἐ­πί­σης τὴν τυ­ραν­νί­α ποὺ ἀ­σκοῦ­σαν οἱ ῥα­βί­νοι ἐ­νάν­τια στοὺς ἄλ­λους ἑ­βραί­ους (σ. 162) καὶ τὴν πιὸ ἀ­δι­άν­τρο­πη ἐκ­με­τάλ­λευ­ση τῶν φτω­χῶν Ἑ­βραί­ων ἀ­πὸ τοὺς πλού­σιους Ἑ­βραί­ους, ποὺ εἶ­χαν συμ­μα­χή­σει μὲ τοὺς ῥα­βί­νους (σ. 171).
Γιὰ νὰ ἐ­πα­νέλ­θω, λοι­πόν, με­τὰ ἀ­π᾿ αὐ­τὴ τὴν ἀ­ναγ­καί­α, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, πα­ρέν­θε­ση, ἔ­γρα­ψε ὁ Ζο­ζὲφ ντὲ Μέστρ γιὰ τὶς αἱ­ρέ­σεις:
«Ὅ­ταν μί­α αἵ­ρε­ση θέ­λει νὰ εἰσ­δύ­σει σὲ μί­α χώ­ρα, δὲν στα­μα­τᾶ τα­πει­νὰ στὰ σύ­νο­ρα καὶ δὲν ρω­τά­ει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἂν θέ­λουν νὰ τὴ δε­χθοῦν. Γλι­στρᾶ σι­ω­πη­λὰ σὰ φί­δι, σπέρ­νει τὰ δόγ­μα­τά της στὴ σκιὰ κρυ­φὰ καὶ αἴφ­νης ἀ­να­ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα» (σ. 449).
Ἔ­κα­να ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ Γαλ­λι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση γιὰ νὰ δεί­ξω πό­σο ἀ­σύ­στο­λοι πλα­στο­γρά­φοι εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ συσ­σω­ρεύ­ουν συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ προ­πα­γαν­δι­στι­κὰ βι­βλί­α τους, γιὰ νὰ τὴ συγ­κρί­νουν μὲ τὴν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη Ἑλ­λη­νι­κὴ ποὺ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς Πί­στης ἦ­ταν, ἀ­κό­μη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­θνι­κὴ Ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὡς αἴ­τη­μα ἀρ­χη­γῶν καὶ λα­οῦ. Στε­ροῦν­ται ντρο­πῆς οἱ συγ­κρί­νον­τες τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση μὲ τὴ Γαλ­λι­κὴ Ἀν­ταρ­σί­α τῶν Ἰ­α­κω­βί­νων καὶ τῶν Μα­σσό­νων ἰλ­λου­μι­νά­των. Ἄλ­λω­στε ὁ λό­γος ποὺ δο­λο­φό­νη­σαν τὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἕλ­λη­να Κα­πο­δί­στρια εἶ­ναι καὶ ἡ πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τους σὲ τε­λευ­ταῖα ἐγ­κύ­κλιό του.
Πό­τε ἀ­σύ­στο­λοι κό­λα­κες τῆς Γαλ­λι­κῆς ἀν­ταρ­σί­ας οἱ Ἕλ­λη­νες Ἐ­πα­να­στά­τες κα­ρα­τόμησαν χι­λιά­δες «ἐ­χθρούς τοῦ λα­οῦ!!;». Πό­τε, ἀν­θέλ­λη­νες φι­λό­σο­φοι καὶ πο­λι­τι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, οἱ Ἕλ­λη­νες ἐ­πα­να­στά­τες κα­ρα­τό­μη­σαν συν­τρό­φους τους, ὅ­πως ὁ Δαν­τὼν γιὰ ἀ­πό­κλι­ση πρὸς τὰ δε­ξιά; Πό­τε ἔ­γι­ναν οἱ Ἀρ­χι­στρά­τη­γοι τοῦ Ἀ­γῶ­να «με­γά­λοι ἱ­ε­ρεῖς» προ­σω­πι­κῆς θρη­σκεί­ας, ὅ­πως ὁ Ρο­βε­σπι­έ­ρος; Ὑ­πάρ­χει στοὺς Ἕλ­λη­νες ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἐ­θνι­κῆς συ­νεί­δη­σης καὶ ἀ­νυ­παρ­ξί­α πα­τρί­δας; Γι᾿ αὐ­τὸ μᾶς βομ­βαρ­δί­ζε­τε συ­νε­χῶς μὲ τὰ ὕ­πο­πτα καὶ δό­λια «δι­ε­θνῆ σας Συ­νέ­δρια» ἐ­δῶ καὶ ἀλ­λοῦ (ὅ­πως στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ποὺ ἡ γρά­φου­σα με­τεῖ­χε) γιὰ τὴ «Δι­α­σπο­ρά», προ­σπα­θών­τας νὰ καρ­φώ­σε­τε στὴν ψυ­χὴ τῶν Ἑλ­λή­νων ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν πάν­τα σὲ δι­α­σπο­ρὰ καὶ ὅ­τι, ὅ­πως οἱ Ἑ­βραῖ­οι, δὲν εἶ­χαν πο­τὲ Πα­τρί­δα!! Οἱ Ἕλ­λη­νες ζοῦ­σαν πάν­τα στὴν πα­τρί­δα τους κά­τω ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κα­το­χὴ καὶ ὁ πα­τρι­ω­τι­σμὸς τῶν Ἑλ­λή­νων εἶ­ναι πα­ροι­μι­ώ­δης. Οἱ Ἕλ­λη­νες, δὲν εἶ­ναι «πο­λί­τες τοῦ κό­σμου», ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τοὺς κα­ταν­τή­σε­τε μὲ τὰ σχέ­διά σας γιὰ τὴν Παγ­κό­σμια Νέ­α Τά­ξη. Μὲ τὶς δῆ­θεν ἱ­στο­ρι­κές σας προ­σεγ­γί­σεις, ἀ­φελ­λη­νί­ζε­ται τὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ χλευ­ά­ζον­τες δια­ρκῶς τὴν Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά του. Για­τί δὲν κα­τα­πι­ά­νε­στε μὲ ἄλ­λες ἐ­θνι­κὲς ταυ­τό­τη­τες, ὅ­πως τῆς Ἑβρα­ϊ­κό­τη­τας, Γαλ­λό­τη­τας κ.ἄ.; Για­τί τέ­τοι­α ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τα γιὰ τὴν «πλα­στὴ» ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­στε Ἑλ­λη­νι­κὴ ταυ­τό­τη­τα; Ἐ­σεῖς ποι­ὰ ταυ­τό­τη­τα ἔ­χε­τε, νέ­οι Ῥα­ψά­κη­δες;
Δὲν θέ­λε­τε νὰ ἀ­κού­σε­τε οὔ­τε τὸν δι­α­πρε­πῆ Βρε­ττα­νὸ πο­λι­τι­κὸ φι­λό­σο­φο Ἔν­τμουντ Μπὲρκ (Στο­χα­σμοὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση στὴ Γαλ­λί­α ὁ μτφρ. Χ. Γρη­γο­ρί­ου, ἐκδ. Σαβ­βά­λας 2010) ποὺ κά­νει λό­γο γιὰ ψεύ­τι­κα φῶ­τα, γιὰ προ­δο­σί­α ἡ­γε­τῶν, σκο­τει­νὲς φι­λύ­πο­πτες ἀρ­χὲς καὶ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τὶς δι­α­φο­ρὲς τῆς Γαλ­λί­ας, ποὺ «ἀ­τί­μα­σε τὴν ἀ­ρε­τή της» σὲ ἕ­να συν­δυα­σμὸ δό­λι­ων καὶ ἄ­πι­στων ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­ξου­σί­ας, μὲ τὰ ἄλ­λα ἔ­θνη γρά­φον­τας: ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι λα­οὶ ἔ­χουν θε­με­λι­ώ­σει τὴν πο­λι­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α στὰ πιὸ ἄ­καμ­πτα ἤ­θη, καὶ σὲ ἕ­να σύ­στη­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­στη­ρῆς καὶ ἀν­δρο­πρε­ποῦς ἠ­θι­κῆς (σελ. 79).
Στα­μα­τῶ ἐ­δῶ γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω ὅ­τι, ὅ­ταν οἱ φύ­λα­κες προ­δί­δουν, ὅ­ταν οἱ ποι­μέ­νες γί­νον­ται λύ­κοι, ἀ­π᾿ ὅ­που καὶ ἂν προ­έρ­χον­ται καὶ ὑ­πο­νο­μεύ­ουν τὴν ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα τῶν Ἑλ­λή­νων, πρέ­πει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζων­ται ὡς λύ­κοι ἀ­πὸ τὸ ποί­μνιο τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε, πα­ρα­φρά­ζον­τας τὸν Κα­πο­δί­στρια, «νὰ κυ­μα­τί­ζει πά­λι ἐ­πὶ τῶν τει­χῶν τῆς Ἑλ­λά­δος τὴ ση­μαί­α τοῦ Σταυ­ροῦ».   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου