Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ
Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σου σχολείο. Προσέχεις αυτό το «μου», «πρώτη Μου»; Αστείο δεν ακούγεται στην αγωνία του επάνω; Είσαι 10 χρονών πια. Αυτές τις αγωνίες θα έπρεπε να τις έχω ξεπεράσει. Αλλά φέτος είναι αλλιώς. Στην τάξη σου βρίσκομαι. Κάθομαι στο θρανίο που ίσως καθίσεις. Μέρα μόνο για γονείς. Δίπλα μου ένα ζευγάρι Κινέζων. Πίσω μου ένα ζευγάρι Μουσουλμάνων, αν κρίνω από τη μαντίλα της γυναίκας. Πιο πίσω μια Ιταλίδα. Και δυο Ινδοί. Είμαστε και τέσσερις Έλληνες. Σήμερα αποχαιρετώ μαζί σου, το σύστημα της ελληνικής παιδείας. Και είναι το στομάχι μου κόμπος. Ενοχή. Αποχαιρετώ το ελληνικό σχολείο που τελείωσαν και τ' αδέλφια σου. Αποχαιρετώ έναν Έλληνα σπουδαίο εκπαιδευτικό και επιχειρηματία, που δίνει τον δικό του αγώνα, να παραμένει φερέγγυος μέσα σε τόσες οικονομικές αντιξοότητες, να πληρώνει τις υποχρεώσεις του, μισθούς εκπαιδευτικών κ.λπ. Μην το θεωρείς αυτονόητο στις μέρες μας. Και σ΄ αυτό έχω ενοχή, ότι τον αποχαιρετάμε.
Την απόφαση την πήραμε με τον πατέρα σου εκείνη τη μέρα. Την οριστική εννοώ. Ήμασταν σ΄ ένα τραπέζι με κρατικοδίαιτους που ασχολούνται με την Παιδεία. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και μια πολιτικός που είχε δώσει τη δική της μάχη για την Παιδεία. Να θυμάσαι, δύο γυναίκες έδωσαν λυσσαλέα μάχη για την Παιδεία στις μέρες μας. Και οι δύο κλωτσήθηκαν πρώτα-πρώτα από τα ίδια τους τα κόμματα. Σου έλεγα για εκείνο το τραπέζι. Ο πατέρας σου μόλις είχε δει τη χώρα μας στην πλέον χαμηλή θέση μιας παγκόσμιας κατάταξης για την Παιδεία. Τους ρώτησε λοιπόν την άποψή τους. «Ξέρετε τα κριτήρια της λίστας αυτής κύριε;» του πέταξε με ειρωνεία ο κρατικοδίαιτος, σαν να είχε άσσο στο μανίκι της επόμενης κουβέντας του, και συνέχισε «Εμείς δεν αναγνωρίζουμε αυτά τα κριτήρια. Άρα δεν μας ενδιαφέρει η σειρά που πήρε η χώρα μας» και έτσι ξένοιασε.




