Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο εδώλιο του "λαϊκού δικαστήριου" του ΚΚΕ... συνηγορίες και κατηγορίες.

Το «ατόπημα» του «Ριζοσπάστη» να εκθειάσει το έργο του μεγάλου λογοτέχνη και η επαναφορά στη μαρξιστική ορθότητα διά χειρός Γ. Μαυρίκου

Η συμπλήρωση 100 χρόνων από τον θάνατό του έχει πυροδοτήσει μια ιδιότυπη ιδεολογική διένεξη στον Περισσό

Η συμπλήρωση 100 χρόνων από τον θάνατο του κορυφαίου λογοτέχνη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έχει πυροδοτήσει μια ιδιότυπη -ιδεολογική περισσότερο παρά φιλολογική- διένεξη στον Περισσό. Όλα ξεκίνησαν όταν ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε στο κυριακάτικο ένθετό του για τον πολιτισμό τον περασμένο Ιανουάριο ένα κείμενο-αφιέρωμα υπό τον τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. “Η πλουτοκρατία γεννά την αδικίαν”».


Όπως αναφερόταν στην παραπομπή από την πρώτη σελίδα του ενθέτου, «έναν αιώνα μετά, από το έργο αυτού του εκρηκτικού πνεύματος παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης μιλούσε για την -και στην- ψυχή του λαού, για τα πάθη και τους πόθους του, τα οποία ο ίδιος είχε βιώσει από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον κόσμο».

Ξεσκέπαζε τους πλουτοκράτες

Επισημαινόταν μάλιστα ότι αυτό «το έκανε όχι “φολκλορικά” αλλά ουσιαστικά, αφού δεν έμεινε μόνο στη μαστοριά του λόγου αλλά χρησιμοποίησε αυτή την ικανότητα για να ξεσκεπάσει και να καταγγείλει τους πλουτοκράτες του καιρού του». Σκιαγραφώντας το λογοτεχνικό φαινόμενο του σκιαθίτη θεμελιωτή του νέου ελληνικού διηγήματος, στο κείμενο χαρακτηριζόταν μονόπλευρη η προσέγγιση του Παπαδιαμάντη μέσα από τη θρησκευτικότητά του. «Η κυριαρχία αυτής της μονόπλευρης προσέγγισης θα σήμαινε τον νοηματικό “ευνουχισμό” του έργου του και της προσφοράς του στα νεοελληνικά γράμματα» αναφερόταν, ενώ σχετικά με τη χρήση της καθαρεύουσας από τον Παπαδιαμάντη, για την οποία είχε δεχθεί την μήνιν φανατισμένων δημοτικιστών, τονιζόταν ότι «μια εμφανιζόμενη ως “προοδευτική” προσέγγιση στη λογοτεχνία που θα “φετιχοποιούσε” το κριτήριο της γλώσσας θα οδηγούνταν στην εντελώς αντιδραστική απόρριψη έργων όπως η “Πάπισσα Ιωάννα” του Ροΐδη και η “Φόνισσα” του Παπαδιαμάντη».

Υπογραμμιζόταν εξάλλου η κοινωνική διάσταση του έργου του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, όπως παρατηρούσε ο συντάκτης του κειμένου κ. Γρ. Τραγγανίδας, «ήταν διανοούμενος και είχε συνείδηση αυτής του της ιδιότητας, αλλά αρνήθηκε να την εξαργυρώσει -κυριολεκτικά και ηθικά- στο αστικό “πολιτιστικό χρηματιστήριο” των σαλονιών της εποχής επιλέγοντας τον δύσκολο δρόμο».

Ο (κομματικός) «αντίλογος»

Δύο μήνες αργότερα θα δημοσιευθεί στο ίδιο ένθετο του «Ριζοσπάστη» ένα άλλο κείμενο. Τίτλος του «Ο αληθινός Παπαδιαμάντης» και συντάκτης του ένα κομματικό στέλεχος, ο γνωστός συνδικαλιστής και βουλευτής του ΚΚΕ κ. Γ. Μαυρίκος, ο οποίος θα διακηρύξει ότι «οι περισσότεροι αρθρογράφοι προσδίδουν μέσα από τα άρθρα τους χαρακτηριστικά στον ίδιο τον Παπαδιαμάντη και στο έργο του που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα». Δεν διστάζει μάλιστα να «στιγματίσει» τίτλους και υποτίτλους σχετικών αφιερωμάτων, αλλά και αναφορές ότι «δήθεν ο Αλ. Παπαδιαμάντης “συνομίλησε με την ψυχή του λαού”» και ότι «δήθεν “χρησιμοποίησε τον λόγο του για να ξεσκεπάσει και να καταγγείλει τους πλουτοκράτες”» (όπως έγραφε ο «Ριζοσπάστης»!). Ενώ θα αποφανθεί ο κ. Μαυρίκος: «Δυστυχώς, αυτός ο πράγματι μεγάλος δημιουργός, ούτε στη ζωή ούτε στη γλώσσα του, κυρίως όμως ούτε στο έργο του, θέλησε να εκφράσει την κοινωνική αδικία και την ανάγκη για απελευθέρωση από αυτήν». Όπως υπογράμμιζε μάλιστα, ο Παπαδιαμάντης μέσα από τις θέσεις, τις δοξασίες και τη στάση ζωής του «φρέναρε τη δυνατότητα που είχε να μπολιαστεί με το κοινωνικοπολιτικό Είναι, να προσπαθήσει να το εκφράσει και να αξιοποιήσει το μοναδικό του ταλέντο στην υπηρεσία του λαού ενάντια στους αστικοτσιφλικάδες».

Αλλά και για το γλωσσικό ο κ. Μαυρίκος θα διαπιστώσει: «Ο Αλ. Παπαδιαμάντης, όπως στη ζωή του, στο έργο του, έτσι και στη γλώσσα του δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει την απλή, την κατανοητή γλώσσα του λαού μας». Εφιστούσε δε την προσοχή των «παροικούντων» θυμίζοντάς τους ότι οι κομμουνιστές, όταν κρίνουν έναν δημιουργό, ακόμη και τον πιο σπουδαίο, το κάνουν «με βάση τα μαρξιστικά κριτήρια», δηλαδή «αν ο δημιουργός κάνει τον κουφό, τον αδιάφορο στις κοινωνικές εξελίξεις ή αν συστρατεύεται με την “πένα” του για την κοινωνική αλλαγή». «Θα θέλαμε ο Αλ. Παπαδιαμάντης να ήταν κοινωνικός αγωνιστής αλλά δεν ήταν» κατέληγε.

Και η ανταπάντηση...

Στο περασμένο φύλλο του κυριακάτικου «Ριζοσπάστη» δόθηκε η ρελάνς στην «ταξική επέλαση» του κ. Μαυρίκου, αλλά αυτή τη φορά το πολιτιστικό τμήμα της εφημερίδας επιστράτευσε τα κείμενα του Κώστα Βάρναλη, του Νίκου Μπελογιάννη αλλά και νεοτέρων όπως ο (αείμνηστος) Τάκης Αδάμος, στέλεχος της παλαιάς κομματικής φρουράς, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και δοκιμιογράφος, ο οποίος είχε ασκήσει κριτική «στην ολοκληρωτική άρνηση της αξίας του Παπαδιαμάντη σαν λογοτέχνη» και είχε «κατατάξει την κριτική περί “θρησκευτικότητας” στο έργο του Παπαδιαμάντη ανάμεσα στις “πολλές λαθεμένες αντιλήψεις και απόψεις” γύρω από τον συγγραφέα». Το κυριότερο όμως που τονίζεται ως έμμεση πλην σαφής «απάντηση» στον κ. Μαυρίκο είναι ότι «ο Τ. Αδάμος άσκησε κριτική όχι μόνο στην αστική διανόηση σε σχέση με την προσέγγισή της στον Παπαδιαμάντη αλλά και στο τμήμα της διανόησης που έκανε μηχανιστική χρήση του διαλεκτικού υλισμού, ακυρώνοντάς τον τελικά και σπέρνοντας ιδεολογικές συγχύσεις»!

Στο κείμενο εξάλλου υπενθυμιζόταν στους θιασώτες της άποψης του κ. Μαυρίκου ότι κατά τον Βάρναλη «η ψυχή του κ΄ η ψυχή των ηρώων του είναι η ψυχή του ελληνικού λαού στην πιο εξαγνισμένη της υπόσταση», ενώ για τον Μπελογιάννη ο Παπαδιαμάντης ήταν «μια ιδιότυπη φτωχική μικρογραφία του Τολστόι» και, τέλος, για τον Αδάμο «όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από φλογερή αγάπη προς τον απλό λαό, από σαρκασμό και καυστική ειρωνεία για τους άρχοντες και τους φαυλοκρατικούς θεσμούς τους».

4 σχόλια:

  1. Η γνωστή κακομοιριά του κόμματος που φιλοδοξεί να φέρει την επανάσταση. Είναι τόσο τυφλοί, που εξακολουθούν να αυτοπροβάλλονται ως Η λύση στα προβλήματά μας, αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στην πιο ολέθρια αναμέτρηση (τον εμφύλιο) από την οποία δε συνήλθε ακόμη. Αυτοί που οδήγησαν ενώ οδήγησαν τον Άρη στο γνωστό τέλος, ενώ καταδίκαζαν την κατάληψη του Πολυτεχνείου ως "προβοκάτσια της ασφάλειας", έχουν το θράσος να σφετερίζονται όλους τους αγώνες και όλους τους αγωνιστές. Αυτοί που εξακολουθούν να νοσταλγούν και να υπερασπίζονται το σταλινισμό, δηλ. το φασισμό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε μου συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό "θράσος" που χρησιμοποιείς ( καθώς και με την σύντομη αιτιολόγηση), θα σου θυμλισω όμως ότι το "παραμυθάκι" τους και η συνθηματολογία τους, έχει επικρατήσει πλήρως εντός της Ελληνικής κοινωνίας ( δηλαδή στα μυαλά της πλειοψηφίας των Ελλήνων).
    Προφανώς, αυτό το "παραμυθάκι" αρέσει στους Έλληνες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλά το θέτεις. Δυστυχώς, η αριστερή κουλτούρα έχει επικρατήσει ΠΛΗΡΩΣ και μεγάλη ευθύνη έχει η άλλη πλευρά που υποτίμηε τον κίνδυνο. Όταν ο Αντρέας (με το συμπάθειο) είχε καταργήσει τις "γιορτές μίσους" πολλοί ήταν οι δεξιοί που είπαν ότι καλό είναι να ξεχάσουμε χάριν της συμφιλίωσης. Τώρα έρχεται 12η φεβρουαρίου στη Φλώρινα και περνάει απαρατήρητη για τους πολλούς, την ίδια ώρα που το ΚΚΕ, παντελώς ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟ, συνεχίζει να καλλιεργεί τη δική του μνήμη και τους δικούς του μύθους. Εμείς στα δικά μας παιδιά δε λέμε τίποτε "$για να τα ξεχάσουμε" και αυτοί κάνουν δημόσια γιορτές και πανηγύρια για το "Δημοκρατικό Στρατό" (χωρίς κανείς να τους καταγγέλλει ότι κάνουν "γιορτες μίσους") και γυρνούν με τους εκκολαπτόμενος ΚΝΙτες τα καλοκαίρια από κορφή σε κορφή, για να τους δείξουν πού έγινε κάποια μάχη, πού έπεσε ο τάδε σύντροφος που κατούρησε ο άλλος...
    Τι θα μας βγάλει από το λήθαργο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Φίλε μου δυστυχώς, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα μας βγάλει κάτι από τον λήθαργο.
    Μακάρι να μπορέσουμε να βγούμε, και ας αργήσαμε.
    Όχι τίποτε άλλο, αλλά οι λαοί που δεν είναι ικανοί να θυμούνται την ιστορία τους, φοβούμαι πως είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν.
    Άλλωστε τι αξίζει ένας λαός που δεν σέβεται το αίμα και τις θυσίες των προγόνων του ( έστω και σε έναν "εσωτερικό πόλεμο" - ακόμα περισσότερο θα έλεγα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή