Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Ἐμεῖς τήν Παναγία τήν ἔχουμε Ἀρχιστράτηγο...


Τό γιον ρος, τήν τύχη τήν γαθή εχα νά τό πρωταντικρίσω γώ πετώντας μ' να «Μιράζ 2000» πάνω π' τόν θω πέρυσι τέτοιες μέρες. ταν τό δρο τν φρουρν το Αγαίου, πως κτοτε ποκαλ τούς πιλότους τς πολεμικς μας εροπορίας, γιά τή γιορτή τν ρχαγγέλων, τή δική τους, πρός μία δημοσιογράφο πού πιμένει νά μετράει τίς ναχαιτίσεις τν πέναντι κι χι τίς παραβιάσεις τους. Λέγω «τύχη γαθή» κι ς μέ πον μελοδραματική, σοι δέν νιωσαν τό προνόμιο νά εροζυγιάζονται μέ τά σύννεφα. Νά περιδιάβαιναν τίς κατοικίες τν γγέλων. Νά βλέπουν μ' λα τά κύτταρα το φθαρτο σώματός τους, τήν προσευχή ς αρα χαρμολύπης νά γκολπώνεται σκτες καί μοναστήρια, τίς κατοικίες τν ραστν μίας ταπεινότητας, πού ντέχει χίλια χρόνια τώρα νά περασπίζεται μέ πίστη κι γάπη τούς πολλούς καί πιστους.
 
ταν διάβασα στίς φημερίδες πώς δύο κοινοτικές κυρίες ξιωματοχοι βγκαν νά μς πιτιμήσουν πού πιμένουμε στό βατόν του «Περιβολιο τς Παναγις» μας, νάμεσα σέ κάτι φληναφήματα περί σότητας τν δύο φύλων, διακρίσεις κι λλα τέτοια κ το πονηρο, ταν τά ργα πάδουν τν μεγαλοστομιν, στήν ρχή γέλασα. στερα δημοσιογραφικν πονηρεύτηκα, νησύχησα, γιά νά ργιστ ντέλει πό τό νδεχόμενο νά πρέπει νά εμαι συνεχς σέ ...γιορείτικη πιφυλακή.
 
θελα νά τίς χω μπροστά μου μέ λληνικό κρασί καί ψωμοτύρι, σέ γιες νύχτες νοιξιάτικες, νά μυρίζει γιόκλημα καί θυμάρι, νά σκνε μέσα στά ροχα το ρθολογισμο τους καί νά τούς μιλάω ρες γιά τόν ρωτα τς λευθερίας. Νά προσπαθ νά τούς π πώς γιά μς δ, τούς ναπομείναντες καί τίς ναπομείνασες, ρωμιούς καί ρωμιές, ρωτας εναι πού φερε τό βατόν του ρους. Καί πώς στήν κλίμακα τν δικν μς ξιν, που θά βρες κομουνιστή νά κάνει τό σταυρό του καί παπά μέ τό ντουφέκι νά περασπίζεται τά ντουβάρια του καί λεύθερους πολιορκημένους καί γυνακες νά χορεύουν κατά γκρεμο καί μίαν νάσταση κατανόητη, φο πεθαίνεις μέ τήν πίστη πώς θάνατος μέ θάνατο νικιέται.
 
Πς νά τούς π μως, πώς μες μαθημένοι νά πληρώνουμε περατατζίδικα στό Χάρο, μέ τραγούδια σάν τό «βαλε θεός σημάδι παλικάρι στά Σφακιά κι πατέρας του στόν δη κουσε μία ντουφέκια», χουμε μία Παναγιά πού δέν εναι σάν τή Μαντόνα τους καί κηδεύει τό παιδί της μέ « γλυκύ μου αρ γλυκύτατόν μου τέκνον πο δυ σου τό κάλλος...». Τί νά τούς π; Πς τό βατον τό σεβάστηκαν πί τετρακόσια χρόνια ο μουσουλμάνοι κατακτητές μας; Πς, ποτε κατατρεγμένος, διωγμένος λαός, γυναικόπαιδα, τρεξαν νά κρυφτον στό γιον ρος. Τό βατον ρθη, πως μέ τήν γάπη καί γιά τήν γάπη αρεται ς καί λευθέρια;
 
Θά μέ κοίταζαν σάν κάτοικο λλου πλανήτη ν τούς λεγα πώς, ποιος προσπαθήσει νά παραβιάσει τό βατον θά βρε σ' ατό τό τρίτο πόδι τς Χαλκιδικς ς παρτο νάχωμα, πρτες καί καλύτερες τίς γυνακες ατο του τόπου πού δέν μετρνε τήν «λευθερία» καί τά «δικαιώματά τους» μέ τό μέτρο πού κονταίνει τήν πίστη τν νδρν τους. Πς δέν συλλογίζονται μέ τό μέτρο τν δθεν δημοκρατν πού καμώνονται τούς περασπιστές τν νθρωπίνων δικαιωμάτων καί ποδέχονται τήν ποικιοκρατική πολιτική, τά στρατηγικά συμφέροντα μέ χρες βαφτισμένες «χρες το τρίτου κόσμου» καί τό μπάργκο στά παιδάκια το ράκ, ς τό παραίτητο μέτρο συνετισμο τς γεσίας τους.
 
Ποιός θά τολμήσει καί κυρίως ποιά γυναίκα πολιτικός νά ντιπαρατεθε σέ μία στάση ζως λληνίδας γυναίκας πού κόμη κι ταν πονάει καί δέν καταλαβαίνει γιατί γιός τς φιερώνεται στό Χριστό καί χάνεται στό «Περιβόλι τς Παναγις» τό μόνο πού δέ σκέφτεται εναι νά ντιπαρατεθε στή βούληση το λλου, πατώντας κε που δια δοξάζεται ς γυναίκα σο πουθενά λλο. Εναι παράλογο, λοιπόν, τό βατον; Πόσο; σως. χι τόσο γιά μς σο τό... πολιτισμένο γεγονός νά πάρχουν κέντρα διασκέδασης στή Δύση που ο πορτιέρηδες ποφασίζουν ποιός μπαίνει μέσα καί ποιός χι, μέ μόνο κριτήριο τήν ψη, τά ροχα καί τόν...έρα κοσμικότητας πού ποπνέουν. Πς νά τό καταλάβει τό βατον ατή Δύση; Πο ,τι δέν κατανοε, που δυνατε νά ασθανθε τόν ποιο λλο μέ συγκατάβαση, ταν δέν μπορε νά θικολογήσει κατά τά καλά καί συμφέροντά της, πεμβαίνει, κατακτ, καταπιέζει, βιαίως «κπολιτίζει», πλούσια σέ προσχήματα καί λογικοφανή τεχνάσματα, χρήματα καί πλα, βέτο σέ διεθνες ργανισμούς κι λλα πολλά παρόμοια.
 
σο Κύπρος θά χωρίζεται πό μία γραμμή αματος βαφτισμένη πράσινη γιά τίς δυτικές συμμαχικές νάγκες. σο ο πλούσιοι δυτικοευρωπαοι θά ναζητον σεξουαλικό τουρισμό νήλικων στή πω νατολή ς ...διάλειμμα στίς μπίζνες. σο να κεφάλι κυανοκράνου θά βαραίνει σο μία χιλιάδα νώνυμοι νεκροί σέ μαύρη, σπρη, κίτρινη, χώρα πιρρος τους. ατοί ο περασπιστές δθεν, τν νθρωπίνων δικαιωμάτων καί τς σότητας δθεν τν φύλων, οτε νά μιλον πιτρέπεται γιά τό βατόν του θω. Νισάφι πιά! κτός κι ν ληθεύουν ο πληροφορίες πώς τάχαμου Ονέσκο γιά νά πατήσει πόδι κε που της λένε πώς πάρχουν θησαυροί, μέ σταυροψυχάρεια τερτίπια καί κατάλληλη διπλωματική κμετάλλευση τς βαλκανικς πολυεθνικότητας τν μονν, μηχανεύεται νά θέσει πό τήν προστασία τς τό γιον ρος. Στόν τόπο μς κάποιος πρέπει νά τούς πε λων ατν τν προστατν πώς τήν προστασία ατήν μες, νδρες καί γυνακες, τή λέμε νταβατζιλίκι, τήν πεχθανόμαστε καί τήν πατρίδα κόμη καί μέ φιάλτες δικούς μας, δέν τήν βγάζουμε στό κλαρί. Τή δέ πίστη μας πού δέν ξέπεσε ποτέ στήν κοσμικότητα τν συγχωροχαρτιν, τήν περασπιζόμαστε μέ αμα.
 
λλωστε, πώς νά κατανοήσουν λοι ατοί ο προστάτες καί ο προστάτιδες δυνάμεις πώς μες τήν Πανάγια τήν χουμε ρχιστράτηγο, πέρμαχο καί τή περμάχω Στρατηγώ  τά νικητήρια καί τήν ργω γάπη μς καταθέτουμε πανηγυρικς, ψάλλοντας Χαρε Νύμφη νύμφευτε.

Σ' ατήν τήν ρθόδοξη «πόρτα» το Ορανο, ο δικοί μας ντρες μς φήνουν μς τίς γαπημένες τους κέρβερους. Καί βρυχώμεθα κάθε πού κάποιος κάποια βαφτίζει «πολιτική», τό νίερο δικαίωμα νά παρεμβαίνει στήν ερότητα τς προσευχς πού δέν καταλαβαίνει. ν δέ, προσπαθήσει νά τήν ...φαρμόσει κιόλας, δαγκώνουμε.


Λιάνα Κανέλλη, πό τό περιοδικό «ρδην» τεχος 11, 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου